ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, επισκέφθηκε την Τρίτη (06/10) τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία, όπου συνάντησε τον Μητροπολίτη Ιταλίας, Υπέρτιμο και Έξαρχο Νοτίου Ευρώπης, κ.κ. Πολύκαρπο.
Στο πλαίσιο της επίσκεψής του, πραγματοποίησε επίσης συνάντηση με τον Πρόεδρο του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, Βασίλειο Κουκουσά, καθώς και με συνεργάτες και υποτρόφους του ιδρύματος.
Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία δεν αποτελεί απλώς το ιστορικό και πνευματικό κέντρο της ελληνικής διασποράς στη Γαληνοτάτη, αλλά έναν χώρο με βαθύ στρατιωτικό και ιστορικό συμβολισμό.
Αν και προστάτης της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας ήταν παραδοσιακά ο Άγιος Νικόλαος, ο ναός αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο -τον κατεξοχήν στρατιωτικό άγιο.

Η επιλογή αυτή συνδέεται στενά με την ισχυρή παρουσία των Ελλήνων Stratioti (Στρατιωτών), των περίφημων ελαφρών ιππέων που επάνδρωσαν τα στρατιωτικά σώματα της Βενετικής Δημοκρατίας κατά την περίοδο της Αναγέννησης.
Οι Stratioti και η σημασία του Ναού
Το ελληνικό ιπποτικό τάγμα: Οι Stratioti ήταν κυρίως Έλληνες έφιπποι πολεμιστές από την Πελοπόννησο, την Εύβοια, τη Στερεά Ελλάδα, τα Επτάνησα, την Κύπρο και την Κρήτη, οι οποίοι κατέφυγαν στα βενετικά εδάφη μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Τακτική και φήμη: Φημισμένοι για την ταχύτητα, την ευελιξία και την αυτοθυσία τους στο πεδίο της μάχης, εισήγαγαν στην Ευρώπη τακτικές ελαφρού ιππικού που άλλαξαν τη στρατιωτική τέχνη της εποχής.
Η θεσμοθετημένη χρηματοδότηση: Η ανέγερση του ναού (1539–1573) πραγματοποιήθηκε τόσο από τις προσωπικές εισφορές των Stratioti και των μελών της παροικίας, όσο και από ειδικό φόρο που θέσπισε η Βενετική Δημοκρατία στα εισαγόμενα προϊόντα (όπως το κρασί), αναγνωρίζοντας την προσφορά των Ελλήνων πολεμιστών στη φύλαξη των συνόρων της.
Αρχιτεκτονική και τέχνη: Ο ναός σχεδιάστηκε από τον Sante Lombardo και ολοκληρώθηκε από τον Gian Antonio Rusconi. Το εσωτερικό του κοσμείται από σπουδαία έργα της Κρητικής Σχολής, όπως αγιογραφίες του Μιχαήλ Δαμασκηνού και του Γεωργίου Κλόντζα.
Το κωδωνοστάσιο του ναού, κατασκευασμένο το 1592, παρουσιάζει αισθητή κλίση λόγω της καθίζησης του εδάφους, αποτελώντας ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τοπόσημα της περιοχής.
Το Ελληνικό Ινστιτούτο: Δίπλα στον ναό στεγάζεται το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, το μοναδικό ερευνητικό ίδρυμα της Ελλάδας στο εξωτερικό, το οποίο διαφυλάσσει ανεκτίμητα κειμήλια, χειρόγραφα και εικόνες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επίσκεψη του Υπουργού Εθνικής Άμυνας στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: αποτελεί απότιση φόρου τιμής σε έναν τόπο όπου η ελληνική στρατιωτική παράδοση και η ιστορική μνήμη διασταυρώνονται στην καρδιά της Ευρώπης.
Ανάμεσα στους πλέον επιφανείς Έλληνες αξιωματικούς και ελαφρούς ιππείς των Stratioti, οι οποίοι διακρίθηκαν στα πεδία των μαχών της Αναγεννησιακής Ευρώπης, ξεχωρίζει η μορφή του Μερκούριου Μπούα, ηγέτη με τεράστιο διπλωματικό και στρατιωτικό κύρος.
Ο Μερκούριος Μπούας (επιλεγόμενος και Σπάθας) ήταν γιος του Θεόδωρου Μπούα, αξιωματούχου στην αυλή των Δεσποτών του Μυστρά.
Καταγόταν από τον Οίκο Μπούα, που ήταν από τη Χειμάρρα -όπως από τη Χειμάρρα έχει απώτερη καταγωγή και ο Νίκος Δένδιας, και έδρασε στην Ελλάδα την υστεροβυζαντινή εποχή. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο σε άγνωστη ημερομηνία.
Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για το όνομά του μετά τη συμμετοχή του στη μάχη του Φορνόβο το 1495 στην Ιταλική χερσόνησο, κατά την οποία και διακρίθηκε ως επικεφαλής σώματος Ελλήνων αρκεβουζιοφόρων και αργουλέτων.
Σύμφωνα με τον ιστορικό της εποχής Μαρίνο Σανούτο, αλλά και σύγχρονους, όπως ο Κωνσταντίνος Σάθας, ο Μερκούριος Μπούας επιτέθηκε κατά του ιδίου του Γάλλου βασιλιά Καρόλου, τον οποίο και τραυμάτισε στο πρόσωπο.
Σύντομα το όνομά του θα γινόταν πασίγνωστο στην Ευρώπη, μαζί με αυτά των επικεφαλής και των υπόλοιπων ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων, όπως του Δημήτριου Λάσκαρη από τη Ζάκυνθο, του Ιωάννη και του Θεοδώρου Παλαιολόγου από την Πελοπόννησο, του Φίλιππου από τη Μακεδονία, του Βουζίκη από το Ναύπλιο και του θείου του Μερκούριου, Δήμου Μπούα, από το Άργος.
Μετά τη μάχη του Φορνόβο η συμμαχία των ιταλικών κρατών διαλύθηκε.
Μόνο οι Ενετοί επέμεναν στον κατά της Γαλλίας πόλεμο, στέλνοντας μάλιστα τους Έλληνες να καταδιώξουν τους Γάλλους μέχρι την έξοδο από το ιταλικό έδαφος.
Ο Ενετός ιστορικός Σανούτος μετά τη μάχη του Φορνόβο σε έκθεσή του προς τις αρχές της Ενετικής Δημοκρατίας αναφέρει ότι οι Έλληνες στρατιώτες μόνοι, χωρίς την βοήθεια των πεζών, κέρδισαν την νίκη έναντι ισχυρών γαλλικών δυνάμεων.
Ακόμη, ο δούκας του Μιλάνου έστειλε ευχαριστήριο επιστολή προς την Ενετική Γερουσία, ευγνωμονώντας για την αποστολή των Ελλήνων και αναφέροντας ότι «… οίτινες αποκλείσαντες τον εχθρό έσωσαν την χώρα».
Τελικά όταν, μετά τη μάχη του Φόρνοβο, έφτασαν στη Νοβάρρα και τα υπόλοιπα τμήματα των Ελλήνων στρατιωτών υπό τον Μερκούριο Μπούα, τα οποία κατεδίωκαν τον υποχωρούντα γαλλικό στρατό, οι αποκλεισμένοι στην Νοβάρρα Γάλλοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν.
Επρόκειτο για την μεγαλύτερη νίκη που είχε πετύχει ποτέ τμήμα ιππικού σε πολιορκητική επιχείρηση.
Στη μάχη αυτή οι Γάλλοι υπέστησαν τουλάχιστον 800 απώλειες σε νεκρούς και αιχμαλώτους.
Μετά τη μάχη του Φορνόβο το σύνολο σχεδόν των ιταλικών δυνάμεων, με εξαίρεση τις δυνάμεις των Ενετών, προσχώρησε στο γαλλικό στρατόπεδο.
Δεν συνέβηκε το ίδιο και με τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα που πολεμούσαν στο πλευρό των Ενετών, γιατί το θεωρούσαν μεγάλη ατιμία να τους εγκαταλείψουν μόνο και μόνο για επιπλέον χρήματα.
Όπως αναφέρει και ο Ιωάννης Κορωναίος «Οι Ιταλικοί δε άπαντες της αυθεντίας έφυγαν, και δημεγέρται γίνησαν με τους εχθρούς επήγαν, κι ουδείς ουδέν απέμενε, μόνον οι στρατιώτες Πελοποννήσιοι ομού και οι Μακεδόνες».
Ο Μερκούριος Μπούας πολέμησε αρχικά στο πλευρό των Ενετών, από τους οποίους έλαβε πολλά χρήματα και γαίες, έπειτα πολέμησε στο πλευρό του Γερμανού αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, ο οποίος του επέτρεψε να φέρει κατά τις μάχες δική του πολεμική σημαία, εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους ευγενείς που συμμετείχαν και υποχρεωνόταν να πολεμούν κάτω από τη σημαία του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους.
Από τον εν λόγω αυτοκράτορα ονομάστηκε στρατηγός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.
Επίσης του αποδόθηκε ο τίτλος ευγενείας του πρίγκιπα του Λίχτενμπεργκ. Επίσης χρίστηκε κόμης του Ιλαζ, της Σουαβίας, αλλά και κόμης της Γαλλίας, τόσο από τον Γερμανό αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό όσο και από τον Γάλλο βασιλέα Λουδοβίκο ΙΒ΄ για της προσφερόμενες σε αυτούς υπηρεσίες του.
Πρωτοστάτησε μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αρχηγούς σωμάτων στρατιωτών στην ίδρυση της Ελληνικής Αδελφότητας στη Βενετία της Ιταλίας και στην ανέγερση του ιερού ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας, που αποτέλεσε έκτοτε σημείο αναφοράς των Ελλήνων.
Χάρη στο πρωτοπαλίκαρό του, τον Ιωάννη τον Κορωναίο, λάτρη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και της Ιλιάδας, που αποφάσισε και συνέγραψε τα κατορθώματα του Μερκούριου Μπούα σε έμμετρο λόγο σε ένα μακροσκελές ομοιοκατάληκτο ποίημα με τον τίτλο Μερκουρίου ανδραγαθήματα, έφτασαν έως τις ημέρες μας σημαντικές πληροφορίες για την δράση του.
Ο Κορωναίος έγραψε και ένα μικρότερο ποίημα το οποίο απέστειλε στον Μ. Μπούα, επίσης σε ελληνική γλώσσα.
Από το γεγονός αυτό, καθώς και από ένα στίχο που λέει ότι τον Μπούα πολλοί τον νομίζουν ξένο, αλλά και από λατινικά κείμενα που αναφέρονται στα στρατιωτικά τμήματα του Μπούα ως Graeci, ο Σάθας συμπεραίνει ότι ο Μ. Μπούας ήταν Έλληνας στην καταγωγή και στη συνείδηση.
Ο Μερκούριος Μπούας πέθανε το 1560 στην Ιταλία όπου και ετάφη κατόπιν δικής του επιθυμίας.
Ο τάφος του βρίσκεται στο Τρεβίζο, όπου υπηρέτησε ως διοικητής στρατιωτικής μονάδος.
Το ταφικό του μνημείο φέρει την επιγραφή:
“Mercurio Bua Comiti E. Principibus Peloponnesi Epirotarum Equitum Ductori, Anno Salu. MDCXXXVII.”
δηλ. “Στον Κόμη Μερκούριο Μπούα, πρίγκιπα της Πελοποννήσου, διοικητή των Ηπειρωτών ιππέων” (Σάθας).
Διαβάστε σχετικά: Η μυστική φρατρία του Μυστρά – Του Θεοδόση Τάσιου (1993)
Επισκέφθηκα σήμερα τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στην Βενετία και είχα την ευλογία να συναντηθώ με τον Μητροπολίτη Ιταλίας, Υπέρτιμο και Έξαρχο Νοτίου Ευρώπης κ.κ. Πολύκαρπο. Στο πλαίσιο της εκεί παρουσίας μου συναντήθηκα με τον Πρόεδρο του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών κ. Βασίλειο Κουκουσά, με συνεργάτες του και υπότροφους του ιδρύματος.
— Nikos Dendias (@NikosDendias) October 6, 2026


































































































