ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Σε ένα κρεσέντο πολιτικής δειλίας και φθηνού λαϊκισμού, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επέλεξε το Σάββατο 03/10 να επιδοθεί σε μια ακόμη παράσταση φτηνής τζαμπαμαγκιάς.
Τρομοκρατημένος από το σχεδόν βέβαιο ενδεχόμενο ίδρυσης νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά και σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να θωπεύσει τα ταπεινά ένστικτα της ακροδεξιάς του πελατείας, ανέσυρε για νιοστή φορά την καραμέλα περί «κακής Συμφωνίας των Πρεσπών».
Με το γνωστό υποκριτικό ύφος, διακήρυξε πως ο ευρωπαϊκός δρόμος της Βόρειας Μακεδονίας περνά υποχρεωτικά από την Αθήνα και απαιτεί απαρέγκλιτο σεβασμό των συμφωνηθέντων, διατεινόμενος πως η χώρα προασπίζεται τα εθνικά της συμφέροντα και θα θέτει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά όργανα.
Στη συνέχεια, ο αμετανόητος κωλοτούμπας επιχείρησε να φορτώσει τον λογαριασμό του παρελθόντος στον Αλέξη Τσίπρα, οχυρωμένος πίσω από τις παλιές δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι μια κυρωμένη συμφωνία δεν ακυρώνεται μονομερώς.
Το πολιτικό θράσος, όμως, έχει και τα όριά του.
Ο κ. Μαρινάκης αποκρύπτει τεχνηέντως πως το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» αποτελούσε πρόταση του ίδιου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Η Συμφωνία δεν ήταν κακή· η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποδείχθηκε υπερβολικά δειλή για να την εφαρμόσει και να φέρει προς ψήφιση τα μνημόνια συνεργασίας που θα θωράκιζαν την ελληνική κυριαρχία.
Αντί γι’ αυτό, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος περιπίπτει σε έναν επικίνδυνο παραλογισμό:
Από τη μία, επιμένει ότι η Αθήνα θα απαιτήσει από τα Σκόπια τον απαρέγκλιτο σεβασμό μιας συμφωνίας που η ίδια η κυβέρνηση χαρακτηρίζει «κακή».
Από την άλλη, γεννώνται εύλογα ερωτήματα για το αν οι εγχώριοι πατριδοκάπηλοι υποστηρίζουν παρασκηνιακά μια συνεννοημένη ακύρωση της Συμφωνίας με τους φιλορώσους και φιλότουρκους εθνικιστές των Σκοπίων, την ίδια ώρα που η ελληνική κυβέρνηση δεν ασκεί καμία απολύτως πίεση για τη συμμόρφωση των γειτόνων.
Αυτούς τους ερασιτεχνισμούς και τα επικοινωνιακά παιχνίδια δεν τα παρακολουθούν μόνο οι ψηφοφόροι στο εσωτερικό.
Τα ακούν και τα αξιολογούν στην Ουάσιγκτον, στις Βρυξέλλες, τη Μόσχα και την Άγκυρα.
Είναι αυτή σοβαρή και υπεύθυνη εξωτερική πολιτική από μια κυβέρνηση που επαγγέλλεται τη «σταθερότητα», ή πρόκειται για μια επικίνδυνη διολίσθηση που εκθέτει τη χώρα διεθνώς;



































































































