ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Λεζάντα: Σιντριβάνι που απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο να σκοτώνει τον δράκοντα, στο κέντρο του Γκατζάρ, στο βόρειο Ισραήλ, 25 Φεβρουαρίου 2022.
Περίπου 3.000 Αλαουίτες ζουν στο Ισραήλ. Διαμένουν κυρίως στο χωριό Γκατζάρ.
Το Γκατζάρ συνορεύει με τον Λίβανο και τη Συρία. Το 1981, οι Αλαουίτες έλαβαν την ισραηλινή υπηκοότητα.
Οι Αλαουίτες στο Ισραήλ μιλούν εβραϊκά και αραβικά.
Η μικρή κοινότητα των Αλαουιτών είναι ασφαλής μόνο στο Ισραήλ.
Στη Συρία υφίστανται γενοκτονία.
Στον Λίβανο, οι Αλαουίτες ζουν κυρίως στην Τρίπολη, τη μεγαλύτερη ισλαμιστική πόλη της χώρας.
Στην Τουρκία, οι Αλαουίτες υφίστανται διακρίσεις από το τουρκικό κράτος.
Το Ισραήλ είναι η μόνη χώρα που τους παραχωρεί πολιτικά δικαιώματα.
Πολλοί Αλαουίτες στο Ισραήλ είναι ακαδημαϊκοί και γιατροί.
Οι Αλαουίτες στο Ισραήλ επιδεικνύουν μεγάλη αφοσίωση στο ισραηλινό κράτος.
Οι Αλαουίτες δεν υπηρετούν στρατιωτική θητεία, αλλά συμμετέχουν στην Εθνική Θητεία.

Δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία ή δημόσια αρχεία που να υποδεικνύουν ότι οι Αλαουίτες στο Ισραήλ έχουν κατασκοπεύσει υπέρ της Χεζμπολάχ, του Ιράν ή του καθεστώτος Άσαντ.
Σε αντίθεση με τους Αλαουίτες στη Συρία, τον Λίβανο και την Τουρκία, οι Αλαουίτες στο Ισραήλ έχουν το δικαίωμα να θεωρούν τους εαυτούς τους ξεχωριστή θρησκεία και όχι μέρος του Ισλάμ.
Οικονομία
Ο τουρισμός αναπτύσσεται στο Γκατζάρ από το 2021. Το 2022, 4.000 άνθρωποι επισκέπτονταν καθημερινά το Γκατζάρ.

Στο Γκατζάρ υπάρχουν πολλά αξιόλογα εστιατόρια και καφέ.
Αλαουίτες και Πλατωνισμός
Η σχέση των Αλαουιτών (Νουσαϊρί) με τον Πλατωνισμό -και ειδικότερα με τον Νεοπλατωνισμό- είναι θεμελιώδης, καθώς η εσωτεριστική θεολογία τους αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα συνένωσης της ισλαμικής μυστικιστικής σκέψης με την ελληνορωμαϊκή φιλoσοφία της Ύστερης Αρχαιότητας.
1. Η Κοσμολογία των «Απορροών» (Emanationism)
Όπως στον Νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου και του Πρόκλου ο κόσμος δημιουργείται μέσω μιας διαδοχικής «απορροής» (emanation) από το απόλυτο Ένα προς τον αισθητό κόσμο, έτσι και στην αλαουιτική θεολογία το Θείο απορρέει σε μια σειρά από πνευματικές υποστάσεις.
Το Πρώτο Αίτιο / Το Θεϊκό Υπόβαθρο: Αντιστοιχεί στο πλωτινικό «Ένα» (To Hen), το οποίο υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη κατάληψη.
Η Τριαδική Διάσταση: Το Θείο εκδηλώνεται μέσω τριών αλληλένδετων πνευματικών αρχών (Ma’na – η ουσία/έννοια, Ism – το όνομα/ο Λόγος, και Bab – η πύλη/ο Νους), δομή που παραπέμπει άμεσα στις νεοπλατωνικές υποστάσεις (Ένα, Νους, Ψυχή).
2. Μετεμψύχωση (Τανασούχ) και η Πτώση της Ψυχής
Ο Πλάτων στον Φαίδρο και την Πολιτεία περιγράφει την ψυχή που «εκπίπτει» από τον κόσμο των Ιδεών στον υλικό κόσμο και καθαίρεται μέσω διαδοχικών ενσαρκώσεων.
Οι Αλαουίτες υιοθετούν μια παρόμοια διδασκαλία.
Πιστεύουν ότι οι ανθρώπινες ψυχές ήταν αρχικά ουράνιοι αστέρες ή πνευματικά όντα που εξέπεσαν στον υλικό κόσμο λόγω πνευματικής αλαζονείας.
Η επίγεια ζωή θεωρείται στάδιο δοκιμασίας: η ψυχή μετενσαρκώνεται συνεχώς μέχρι να αποκτήσει την εσωτερική γνώση (Gnosis) και να επιστρέψει στην αρχική της θεϊκή πηγή.
3. Εσωτερισμός και η διάκριση Φανερού και Κρυφού
Στη γραμμή της πλατωνικής διάκρισης μεταξύ αισθητού (μεταβλητού) και νοητού (πραγματικού) κόσμου, η αλαουιτική σκέψη διαχωρίζει τη θρησκευτική αλήθεια σε δύο επίπεδα:
Zahir (Ζαχίρ): Το εξωτερικό, επιφανειακό περίβλημα των δογμάτων και των κειμένων (αντίστοιχο των σκιών στο πλατωνικό «Σπήλαιο»).
Batin (Μπατίν): Η κρυφή, ουσιαστική αλήθεια που αποκαλύπτεται μόνο στους μύστες μέσω της φιλοσοφικής και πνευματικής γνώσης.
4. Ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο
Η συνάντηση αυτή δεν συνέβη τυχαία. Η κοιτίδα του Αλαουιτισμού (η ευρύτερη περιοχή της Συρίας, της Αντιόχειας και της Χαρράν) υπήρξε το κέντρο όπου διατηρήθηκαν οι νεοπλατωνικές σχολές μετά το τέλος της Αρχαιότητας.
Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα, όταν διαμορφώθηκε το αλαουιτικό δόγμα από τον Ιμπν Νουσαΐρ και τους διαδόχους του, η ελληνική φιλοσοφία μεταφραζόταν συστηματικά στα αραβικά, επηρεάζοντας βαθιά τα εσωτεριστικά ρεύματα του Σιιτισμού, τους Ισμαηλίτες και τους Αλαουίτες.
Η Σχολή της Χαρράν
Η Σχολή της Χαρράν (ή Ακαδημία της Χαρράν) υπήρξε ένα από τα πλέον πνευματικά, επιστημονικά και φιλοσοφικά κέντρα της Άνω Μεσοποταμίας (στη σημερινή νοτιοανατολική Τουρκία, κοντά στα σύνορα με τη Συρία).
Διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ως «γέφυρα» μεταφοράς της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης στον ισλαμικό κόσμο.
Η Χαρράν ήταν αρχαία πόλη με παράδοση αιώνων στη λατρεία των ουράνιων σωμάτων (ιδιαίτερα του θεού της Σελήνης, Σιν).
Η φιλοσοφική της σχολή δεν δημιουργήθηκε από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα από δύο κύρια κύματα:
6ος αιώνας μ.Χ. (Έλληνες Εθνικοί / Νεοπλατωνικοί): Όταν επί ΑνατολικοΡωμαίου αυτοκράτορα Ιουστινιανού έκλεισε τη Νεοπλατωνική Ακαδημία της Αθήνας το 529 μ.Χ., πολλοί Έλληνες φιλόσοφοι (όπως ο Σιμπλίκιος) κατέφυγαν στην Περσία και στις γύρω περιοχές, βρίσκοντας καταφύγιο στη Χαρράν.
Επέκτειναν και διατήρησαν εκεί τις ερμηνείες του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, τον Ερμητισμό και τον Νεοπλατωνισμό.
8ος αιώνας μ.Χ. (Ομεϋάδες / 717 μ.Χ.): Υπό την ισλαμική διακυβέρνηση, ο χαλίφης Ουμάρ Β΄ (717 μ.Χ.) ενίσχυσε τη σχολή, μεταφέροντας εκεί λογίους και ιατρικές/φιλοσοφικές παραδόσεις από την Αλεξάνδρεια.
Κατά την περίοδο των Αββασιδών, η Χαρράν εξελίχθηκε σε παγκόσμιο κέντρο μετάφρασης και επιστημών.
Οι Σαβιανοί της Χαρράν (Sabeans): Το 830 μ.Χ., ο χαλίφης Αλ-Μαμούν απαίτησε από τους Έλληνες Εθνικούς της Χαρράν να ασπαστούν μία από τις αναγνωρισμένες μονοθεϊστικές θρησκείες.
Εκείνοι αυτοπροσδιορίστηκαν ως «Σαβιανοί» (ομάδα που αναφέρεται στο Κοράνι) και υποστήριξαν ότι προφήτης τους ήταν ο Ερμής ο Τρισμέγιστος.
Επιστημονική προσφορά: Η Σχολή της Χαρράν διακρίθηκε στα μαθηματικά, την αστρονομία, την ιατρική, τη χημεία και τη φιλοσοφία.
Θαμπίτ ιμπν Κούρα (Thābit ibn Qurra): Ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος της σχολής (9ος αιώνας), ο οποίος μετέφρασε στα αραβικά θεμελιώδη έργα του Αρχιμήδη, του Ευκλείδη, του Απολλώνιου και του Πτολεμαίου, ενώ μετέφερε αυτούσια τη νεοπλατωνική και αριστοτελική σκέψη.
Παρακμή και τέλος της Σχολής (11ος – 12ος αιώνας)
Η παρακμή της Σχολής της Χαρράν δεν συνέβη απότομα, αλλά ολοκληρώθηκε σταδιακά:
10ος – 11ος αιώνας: Λόγω αυξανόμενων θρησκευτικών πιέσεων και πολιτικών αναταραχών, πολλοί κορυφαίοι λόγιοι μετακινήθηκαν προς τη Βαγδάτη (στο «Οίκο της Σοφίας» / Bayt al-Hikma), μπολιάζοντας την ισλαμική χρυσή εποχή με το ελληνικό πνεύμα.
1032–1033 μ.Χ.: Ο κύριος εθνικός/ερμητικός ναός της πόλης καταστράφηκε από εξεγέρσεις τοπικών πολιτοφυλακών και Αράβων φανατικών, στερώντας από τη σχολή το θρησκευτικό και φιλοσοφικό της προσωπείο.
1150–1200 μ.Χ. (Τελικό τέλος): Η σχολή ενσωματώθηκε πλήρως στο ισλαμικό εκπαιδευτικό σύστημα (μετατράπηκε σε παραδοσιακούς μεντρεσέδες υπό την δυναστεία των Ζενγκιδών και Αγγιουβιδών).
1271 μ.Χ.: Η ίδια η πόλη της Χαρράν καταστράφηκε ολοσχερώς από τις μογγολικές εισβολές και εγκαταλείφθηκε, σβήνοντας οριστικά κάθε ίχνος της ιστορικής Ακαδημίας.
Καταφύγιο των Ελλήνων Εθνικών:
Η Χαρράν υπήρξε πράγματι το κατεξοχήν καταφύγιο και το τελευταίο προπύργιο των Ελλήνων Εθνικών φιλοσόφων, λειτουργώντας ως το συνδετικό σημείο ανάμεσα στην ελληνική Αρχαιότητα και τη μεσαιωνική ανατολική σκέψη.
Όταν ο ΑνατολικοΡωμαίος αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγόρευσε τη διδασκαλία των εθνικών και έκλεισε η Νεοπλατωνική Ακαδημία της Αθήνας το 529 μ.Χ., οι τελευταίοι μεγάλοι εκπρόσωποι της ελληνικής φιλοσοφίας -ανάμεσά τους ο Δαμάσκιος (τελευταίος σχολάρχης της Ακαδημίας) και ο Σιμπλίκιος– αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χριστιανική Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Αναζήτησαν προστασία στην Περσία του Σασσανίδη βασιλιά Χοσρόη Α΄.
Παρόλο που η διαμονή τους στην περσική αυλή δεν διήρκεσε πολύ, μια ομάδα από αυτούς τους φιλοσόφους εγκαταστάθηκε στη Χαρράν (την αρχαία Κάρραι των Ρωμαίων), η οποία βρισκόταν στα σύνορα μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών.
Γιατί επιλέχθηκε η Χαρράν; Η Χαρράν προσέφερε το ιδανικό περιβάλλον για τους Έλληνες εθνικούς:
Θρησκευτική ελευθερία: Ο πληθυσμός της πόλης παρέμενε προσκολλημένος στην αρχαία εθνική λατρεία των ουράνιων σωμάτων και δεν είχε εκχριστιανιστεί, αποτελώντας μια «νησίδα» Ελληνισμού.
Φιλοσοφική συγγένεια: Οι τοπικές αστρολογικές και ερμητικές παραδόσεις ταίριαζαν απόλυτα με τον όψιμο Νεοπλατωνισμό (ο οποίος συνδύαζε τη φιλοσοφική διαλεκτική με τη Θεουργία).
Η εξέλιξη σε «Σαβιανούς της Χαρράν»: Με την αραβοϊσλαμική κατάκτηση τον 7ο αιώνα, οι εθνικοί της Χαρράν κατάφεραν να επιβιώσουν επικαλούμενοι την ταυτότητα των «Σαβιανών» (μιας αινιγματικής ομάδας που αναφερόταν στο Κοράνι ως «Λαός της Βίβλου»).
Υπό αυτό το κάλυμμα: Διατήρησαν τα ελληνικά φιλοσοφικά κείμενα (Πλάτωνα, Αριστοτέλη).
Συνέχισαν τις εθνικές τελετουργίες και τη μελέτη του Ερμητισμού.
Δίδαξαν και μετέφρασαν την ελληνική επιστήμη στα αραβικά, αποτελώντας τη βασική πηγή από την οποία οι Άραβες και αργότερα οι Αλαουίτες και οι Ισμαηλίτες παρέλαβαν την νεοπλατωνική κοσμολογία.
Η Σχολή της Χαρράν δεν ήταν απλώς ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα, αλλά το τελευταίο γεωγραφικό και πνευματικό καταφύγιο όπου η ελληνορωμαϊκή εθνική φιλοσοφία επιβίωσε αυτόνομα, μεταλαμπαδεύοντας τη νεοπλατωνική κληρονομιά στον ισλαμικό Μεσαιωνικό κόσμο.
Ο Πλάτων ως Αφλατούν
Η ονομασία «Αφλατούν» (Aflāṭūn – أفلاطون) για τον Πλάτωνα δεν αποτελεί αποκλειστική επινόηση των Αλαουιτών, αλλά τη φωνητική και γλωσσική προσαρμογή του ελληνικού ονόματος «Πλάτων» στην αραβική γλώσσα.
Ωστόσο, στην αλαουιτική παράδοση, ο «Αφλατούν» δεν είναι απλώς ένας ιστορικός φιλόσοφος, αλλά περιβάλλεται με έναν ιδιαίτερο θρησκευτικό και εσωτεριστικό σεβασμό.
Όταν τα έργα της ελληνικής φιλοσοφίας μεταφράστηκαν στα αραβικά (κυρίως κατά τον 8ο–10ο αιώνα στη Βαγδάτη και τη Χαρράν), οι Άραβες μεταφραστές προσάρμοσαν τα ελληνικά κύρια ονόματα στους κανόνες της φωνητικής τους:
Η αραβική γλώσσα δεν διαθέτει το σύμφωνο «Π» (P), το οποίο αντικαθίσταται συνήθως από το «Φ» (F).
Η αραβική φωνητική αποφεύγει να ξεκινά λέξη με σύμπλεγμα δύο συμφώνων (όπως το Πλ-). Έτσι, προστίθεται ένα αρχικό φωνήεν (προστακτικό Άλιφ / prosthetic alif).
Το «Πλάτων» έγινε έτσι Α-φλ-α-τ-ούν.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Αριστοτέλης έγινε Αριστού / Arisṭū, ο Σωκράτης Σουκράτ / Suqrāṭ, και ο Γαληνός Τζαλινούς / Jālīnūs.
Γιατί ο «Αφλατούν» είναι σημαντικός για τους Αλαουίτες;
Στη θεολογία των Αλαουιτών (οι οποίοι επηρεάστηκαν βαθιά από τον Νεοπλατωνισμό και τον Ερμητισμό της Σχολής της Χαρράν), ο Πλάτων δεν θεωρείται ένας απλός ορθολογιστής στοχαστής, αλλά: «Θείος Φιλόσοφος» (al-Haykal al-Ilahi).
Θεωρούν ότι ο Αφλατούν κατείχε την εσωτερική, μυστική γνώση (Batin) και ότι η διδασκαλία του για τον αισθητό και τον νοητό κόσμο, καθώς και για την αθανασία και μετεμψύχωση της ψυχής, αποτελούσε προαναγγελία της θεϊκής αλήθειας.
Κρίκος της «Αιώνιας Σοφίας» (Hikma): Στο αλαουιτικό σύστημα, οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι (Πυθαγόρας, Σωκράτης, Αφλατούν, Αριστού) θεωρούνται φορείς της πρωταρχικής φωτεινής σοφίας που αποκαλύφθηκε στην ανθρωπότητα πολύ πριν από την έλευση των μεταγενέστερων θρησκειών.
Οι Αλαουίτες ζουν στη συντριπτική τους πλειονότητα στη Συρία (αποτελώντας περίπου το 10% του πληθυσμού της), με την κύρια ιστορική και δημογραφική τους εστία να βρίσκεται στη δυτική παραλιακή ζώνη της χώρας (στις περιφέρειες της Λατάκειας και της Ταρτούς) καθώς και στις ορεινές περιοχές των επαρχιών Χομς και Χάμα. Μικρότερες αλαουιτικές κοινότητες βρίσκονται στον Λίβανο, την Τουρκία και το Ισραήλ.
Η συνύπαρξη των Αλαουιτών και των Ελληνορθόδοξων στους ίδιους γεωγραφικούς χώρους (κυρίως στις ορεινές και παράλιες περιοχές της δυτικής Συρίας, όπως η Λατάκεια, η Ταρτούς και η κοιλάδα του Αλ-Γκαμπ) δεν είναι τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα ιστορικών, πολιτισμικών και γεωστρατηγικών παράγοντων που διαμορφώθηκαν στο πέρασμα των αιώνων.
Οι Ελληνορθόδοξοι και οι Αλαουίτες της Λεβαντίνης (της Συρίας, του Λιβάνου και της Αντιόχειας) μοιράζονται σε σημαντικό βαθμό μια κοινή γενετική και ιστορική καταγωγή.
Η σχέση τους δεν περιορίζεται μόνο στη γεωγραφική συνύπαρξη, αλλά εκτείνεται τόσο στο γενετικό υπόβαθρο όσο και στις ιστορικές-πολιτισμικές καταβολές της περιοχής.
Η αραβική διάλεκτος που μιλούν οι Αλαουίτες στα βουνά της Λατάκειας και οι Ελληνορθόδοξοι της περιοχής φέρει τα ίδια ακριβώς φωνητικά χαρακτηριστικά και υπολείμματα της Αραμαϊκής και της Ελληνικής γλώσσας.
Η διατήρηση χριστιανικών εορτών, η τιμή στους ίδιους αγίους (όπως ο Άγιος Γεώργιος [κεντρική φωτογραφία]) και η παρουσία νεοπλατωνικών στοιχείων στην αλαουιτική σκέψη αποτελούν ζωντανή απόδειξη του κοινού πολιτισμικού τους υποστρώματος.
Στην πραγματικότητα, Ελληνορθόδοξοι και Αλαουίτες στην παράλια Συρία είναι αδελφοί πληθυσμοί με την ίδια προγονική ρίζα. Διαφοροποιήθηκαν κατά τον Μεσαιωνικό κόσμο κυρίως στο πεδίο της θρησκευτικής ταυτότητας, διατηρώντας όμως ανέπαφη την κοινή τους λεβαντίνικη και ελληνορωμαϊκή καταγωγή.
Το DNA των Αλαουιτών δείχνει ισχυρή γενετική συνάφεια με τους Ανατολικορωμαίους και ελληνορωμαϊκούς πληθυσμούς που ζούσαν στη Λεβαντίνη κατά την Ύστερη Αρχαιότητα.
Παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά ανατολικομεσογειακού / ανατολιακού και νοτιοευρωπαϊκού γονιδιακού αποτυπώματος.
Λόγω της απομόνωσής τους στα βουνά, απέφυγαν τις μεγάλες επιμιξίες με τις αραβικές φυλές της Αραβικής Χερσονήσου, διατηρώντας το ελληνορωμαϊκό και λεβαντίνικο προγονικό προφίλ σχεδόν αυτούσιο.
Η πιο ακριβής διατύπωση είναι ότι οι Αλαουίτες είναι απόγονοι του εξελληνισμένου και ελληνορωμαϊκού αυτόχθονος πληθυσμού της Συρίας, στον οποίο ενσωματώθηκαν Έλληνες και Ρωμαίοι έποικοι.
Φέρουν στο αίμα τους την προγονική κληρονομιά της ελληνορωμαϊκής Ανατολής.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Χαφέζ αλ Άσαντ και στη συνέχεια του υιού του, Μπασάρ αλ Άσαντ (οι οποίοι ανήκαν στην κοινότητα των Αλαουιτών), το καθεστώς χρησιμοποίησε την αλαουιτική καταγωγή του ως πυλώνα εξουσίας.
Η ηγεσία στελέχωσε τα ανώτατα κλιμάκια των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών ασφαλείας με μέλη της κοινότητας.
Ωστόσο, ενώ η ελίτ του καθεστώτος απολάμβανε προνόμια, η πλειονότητα του αλαουιτικού πληθυσμού παρέμενε φτωχή, φέροντας παράλληλα το βάρος των δυσανάλογα μεγάλων απωλειών στον εμφύλιο πόλεμο.
Μετά την κατάρρευση και την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, η ταύτιση ολόκληρης της κοινότητας με το παλαιό καθεστώς κατέστησε τους Αλαουίτες στόχο αντιποίνων και διώξεων στη μετά-Άσαντ Συρία, εγκλωβίζοντάς τους σε μια κατάσταση σοβαρής υπαρξιακής αβεβαιότητας.
Ο Άγιος Γεώργιος
Στην αραβική διάλεκτο των Αλαουιτών, ο Άγιος Γεώργιος αποκαλείται και προφέρεται κυρίως ως:
«Αλ-Χιντρ» (Al-Khidr / الخضر) ή με την τοπική προφορά «Αλ-Χαντέρ» (Al-Khader / الخضر)
Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη ονομασία. Στην αλαουιτική (και γενικότερα στη μεσανατολική) παράδοση, ο Άγιος Γεώργιος ταυτίζεται απόλυτα με την αινιγματική, αθάνατη πνευματική μορφή του «Πράσινου Προφήτη» (Al-Khidr), ο οποίος συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης, την προστασία και τη θεία βοήθεια.
«Μαρ Τζιρτζίς» (Mār Jirjis / مار جرجس) ή «Μαρ Τζούρτζιος»
Χρησιμοποιείται επίσης η ονομασία αυτή (όπου το «Μαρ» σημαίνει «Άγιος» στα αραμαϊκά/συριακά), η οποία αποτελεί την αραβική απόδοση του ονόματος «Γεώργιος».





























































ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW




































