ΙράνΙσραήλΤουρκίαΚουρδιστάνΤεχνητή ΝοημοσύνηΙσλαμικό ΚράτοςΕνέργειαΤζιχαντιστές
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:
info@tribune.gr
Δρ. Άγγελος Κότιος
Πανεπιστημιακός

Πολιτική κουλτούρα: το ελλείπον γονίδιο της ελληνικής δημοκρατίας

Πολιτική κουλτούρα: το ελλείπον γονίδιο της ελληνικής δημοκρατίας
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Άγγελος Κότιος, Δημοκρατία,

Αφορμή για το κείμενο αυτό είναι οι πολιτικές κόντρες, οι χυδαίες εκφράσεις και η πολιτική ανθρωποφαγία των τελευταίων εβδομάδων, που μετατρέπουν το δημόσιο διάλογο από αντιπαράθεση ιδεών και προτάσεων σε πεδίο προσωπικής εξόντωσης.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα επεισόδια. Αποκαλύπτουν, δυστυχώς, ένα βαθύτερο έλλειμμα δημοκρατικής κουλτούρας.

Η πολιτική συγκυρία, άλλωστε, προσφέρει άφθονες αφορμές για προβληματισμό: θεσμοί σε παρατεταμένη κρίση αξιοπιστίας, δημόσια αντιπαράθεση που ολισθαίνει σταθερά προς την ύβρη και το επικοινωνιακό τέχνασμα, υποθέσεις διαφθοράς που εναλλάσσονται στην επικαιρότητα χωρίς αίσθηση κάθαρσης, μια κατακερματισμένη και ρευστή πολιτική γεωγραφία που δυσκολεύει τη συγκρότηση σταθερών πλειοψηφιών και συναινέσεων.

Όλα αυτά μοιάζουν ξεχωριστά προβλήματα. Κατά τη γνώμη μου, είναι συμπτώματα μιας κοινής, βαθύτερης αιτίας, που σπανίως ονομάζεται με το όνομά της: της πολιτικής μας κουλτούρας.

Αν η δημοκρατία ήταν ζωντανός οργανισμός, το Σύνταγμα θα ήταν ο σκελετός της, οι θεσμοί τα όργανά της και η πολιτική κουλτούρα το DNA της.

Δηλαδή, ο αόρατος κώδικας που καθορίζει πώς λειτουργεί το σύστημα όταν κανείς δεν το επιτηρεί.

Η πολιτική κουλτούρα είναι το σύνολο των σχετικά σταθερών αντιλήψεων, στάσεων και συμπεριφορών μιας κοινωνίας απέναντι στην πολιτική.

Αποτυπώνεται στον βαθμό εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, στα όρια της θεμιτής πολιτικής συμπεριφοράς, στην αποδοχή του συμβιβασμού και στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η σχέση πολίτη και κράτους.

Φανερώνεται, επίσης, στο αν η κοινωνία θεωρεί αυτονόητη την αξιοκρατία ή προκρίνει την προσωπική διαμεσολάβηση, και στο πόσο πρόθυμα αποδέχεται ότι «οι κανόνες ισχύουν και όταν μας ζημιώνουν».

Η ελληνική δημοκρατία διαθέτει γερό σκελετό και πλήρη σειρά οργάνων.

Το πρόβλημα βρίσκεται στον κώδικα.

Μισό αιώνα μετά τη μεταπολίτευση, η καθημερινή λειτουργία του πολιτεύματος εξακολουθεί να επιβαρύνεται από πελατειακές σχέσεις, προσωποκεντρικές αντιλήψεις και ελλιπή λογοδοσία.

Και αυτό δεν οφείλεται, όπως βολικά υπονοεί η δημόσια συζήτηση, αποκλειστικά στην ποιότητα των πολιτικών προσώπων.

Οφείλεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο τα κόμματα οργανώνονται, οι πολίτες κοινωνικοποιούνται πολιτικά και η εξουσία αποκτά, ασκεί και διατηρεί την επιρροή της.

Το γονίδιο που λείπει από τον κώδικα αυτόν είναι το γονίδιο της συμμετοχής: του πολίτη που συνδιαμορφώνει, ελέγχει και αναλαμβάνει ευθύνη.

Η απουσία του δεν είναι τυχαία. Το νεοελληνικό κράτος συγκροτήθηκε πριν από την ελληνική κοινωνία των πολιτών, και η πρόσβαση στα δημόσια αγαθά πέρασε εξαρχής μέσα από προσωπικά δίκτυα πατρωνίας.

Ο διχασμός και ο εμφύλιος πρόσθεσαν τη βαθιά παραταξιακή ταύτιση που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά.

Η μεταπολίτευση εκδημοκράτισε ουσιαστικά το σύστημα, όμως πάνω στα ίδια θεμέλια: το κόμμα παρέμεινε βασικός μηχανισμός διαμεσολάβησης με το κράτος και όχι κατ’ ανάγκην φορέας ιδεών και παραγωγής πολιτικής.

Έτσι, ο πολίτης έμαθε δύο ρόλους, του οπαδού στη σφαίρα του θεάματος και του πελάτη στη σφαίρα της συναλλαγής, ενώ ο τρίτος, του συμμέτοχου, έμεινε υπανάπτυκτος.

Η κρίση του 2010 κλόνισε το παλαιό κομματικό σύστημα και απαξίωσε το πολιτικό προσωπικό, χωρίς όμως να αναδιαμορφώσει τις νοοτροπίες που το έθρεψαν.

Η εμπιστοσύνη σε κόμματα, κοινοβούλιο και Μέσα Ενημέρωσης παραμένει έκτοτε από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, ένδειξη ότι η κρίση νομιμοποίησης δεν αφορά πρόσωπα, αλλά το ίδιο το σύστημα διαμεσολάβησης.

Ο κώδικας αυτός αναπαράγεται από τους ίδιους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να τον διορθώσουν.

Η πολιτική κοινωνικοποίηση ξεκινά από την οικογένεια, όπου η κομματική παράδοση προσφέρει ιστορική συνείδηση, αλλά και άκριτες ταυτίσεις.

Συνεχίζεται σε ένα σχολείο όπου η πολιτική παιδεία εξαντλείται, στην καλύτερη περίπτωση, στη θεωρία των θεσμών, χωρίς βιωμένες εμπειρίες διαλόγου και συλλογικής απόφασης, και παράγει πληροφορημένους θεατές αντί για ενεργούς πολίτες.

Ολοκληρώνεται στα κοινωνικά δίκτυα, που διεύρυναν μεν τη συμμετοχή, αλλά ευνοούν την αποσπασματική ενημέρωση και την αλγοριθμική επιβεβαίωση των ήδη διαμορφωμένων πεποιθήσεων.

Το αποτέλεσμα είναι πολιτικές ταυτότητες που συγκροτούνται γύρω από την απόρριψη του αντιπάλου, τον λεγόμενο «αρνητικό κομματισμό», παρά γύρω από συνεκτικές αξίες.

Στο εσωτερικό των κομμάτων, το χάσμα ανάμεσα στη δημοκρατική διακήρυξη και στην πραγματική κατανομή εξουσίας παραμένει μεγάλο.

Η εκλογή αρχηγού από τη βάση προσδίδει νομιμοποίηση, αλλά, παραδόξως, μπορεί και να ενισχύει τον αρχηγοκεντρισμό: ο αρχηγός αντλεί εντολή απευθείας από τη βάση, ενώ τα συλλογικά όργανα ατροφούν.

Όπου η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απειθαρχία, η ένταξη μετατρέπεται από συμμετοχή σε σχέση εξάρτησης.

Την ίδια διάβρωση επιτείνουν η οικογενειοκρατία και η κομματοκρατία.

Το αναγνωρίσιμο επώνυμο προσφέρει έτοιμη πρόσβαση σε δίκτυα, χρηματοδότηση και δημοσιότητα, ενώ τα κομματικά κριτήρια στη διοίκηση υπονομεύουν την αξιοκρατία.

Χρειάζεται, πάντως, προσοχή στον εύκολο χαρακτηρισμό «ανεπάγγελτοι πολιτικοί»: η επαγγελματική επιτυχία δεν εγγυάται δημοκρατικό ήθος.

Ζητούμενα είναι η γνώση, η κρίση, η ακεραιότητα και η αποδεδειγμένη ικανότητα επίλυσης προβλημάτων.

Αυτά οφείλουν να εξετάζουν οι διαδικασίες επιλογής, όχι την αναγνωρισιμότητα ή την αφοσίωση στην ηγεσία.

Το έλλειμμα φαίνεται καθαρότερα στο δημόσιο διάλογο, όπου η πολιτική ως θέαμα έχει εκτοπίσει την πολιτική ως έργο.

Η ακρίβεια, η στέγαση, η υγεία, η εκπαίδευση, το δημογραφικό, η κλιματική προσαρμογή απαιτούν ορθολογικές και κοστολογημένες προτάσεις, καθώς και έλεγχο αποτελεσμάτων.

Συχνά, όμως, παραμερίζονται από αντιπαραθέσεις εντυπώσεων, όπου η ατάκα υποκαθιστά το επιχείρημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σκάνδαλα ή η θεσμική συμπεριφορά είναι «θόρυβος».

Η διάκριση ουσιώδους και επουσιώδους κρίνεται από τις κοινωνικές συνέπειες και την τεκμηρίωση, όχι από την ευκολία της επικοινωνιακής απαξίωσης.

Μερίδιο ευθύνης έχει, όμως, και το εκλογικό σώμα, χωρίς βέβαια η ισχύς του πολίτη να εξισώνεται με εκείνη όσων κυβερνούν.

Η ανοχή στο «δικό μας» σκάνδαλο, η προσδοκία προσωπικής εξυπηρέτησης και η ψήφος βάσει εικόνας αναπαράγουν από τα κάτω τις παθογένειες που καταγγέλλονται στα πάνω.

Το πελατειακό σύστημα δεν επιβιώνει μόνο επειδή προσφέρεται, αλλά και επειδή ζητείται.

Η υψηλή αποχή, ιδίως των νέων, δεν είναι ωστόσο απλή αδιαφορία. Είναι η σιωπηλή ετυμηγορία όσων συμπέραναν ότι η συμμετοχή δεν αλλάζει τίποτε.

Ο κύκλος κλείνει με τα Μέσα Ενημέρωσης: η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας τους σε ομίλους με ευρύτερα συμφέροντα και οι καταγεγραμμένες από διεθνείς οργανισμούς ανησυχίες για πιέσεις προς δημοσιογράφους υπενθυμίζουν ότι, χωρίς αξιόπιστη τέταρτη εξουσία, ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας μένει μετέωρος.

Το ελλείπον γονίδιο, όμως, δεν είναι ανεπανόρθωτη βλάβη, επειδή η κουλτούρα, σε αντίθεση με το DNA, καλλιεργείται.

Η θεραπεία περνά από τη σύγκλιση πολλών μεταρρυθμίσεων όπως πραγματική διάκριση των εξουσιών, ανοιχτά κόμματα με λειτουργούσα εσωκομματική δημοκρατία, διαφανή χρηματοδότηση με ουσιαστικό έλεγχο, ανεξάρτητους θεσμούς με τα εχέγγυα να ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία χωρίς κόστος για όσους το επιχειρούν, αξιοκρατική διοίκηση θωρακισμένη από τον κομματικό κύκλο, και, ίσως το κρισιμότερο σε βάθος χρόνου, μια πολιτική παιδεία που διδάσκει, από τη σχολική ηλικία, τη διαφωνία ως τέχνη και τη συλλογική απόφαση ως εμπειρία.

Τίποτε από αυτά δεν ξεκινά από το μηδέν. Πολίτες, συλλογικότητες, δημοσιογράφοι και δημόσιοι λειτουργοί ήδη υπηρετούν αυτές τις αρχές, συχνά με προσωπικό κόστος.

Το ζητούμενο είναι να αποκτήσουν χώρο, προστασία και επιρροή.

Η δημοκρατία μας απέδειξε την αντοχή της. Μένει να αποδείξει την ποιότητά της.

Το γονίδιο που της λείπει δεν θα το κληρονομήσει. Θα το καλλιεργήσει, όταν οι θεσμοί και οι κανόνες της ενισχυθούν, ώστε η εξουσία να ελέγχεται σταθερά, και όταν η συμμετοχή του πολίτη συνεχίζεται πέρα από την κάλπη.

  • How medieval diplomacy rules the Middle East: The ransom doctrine of buying peace
    Diplomatic Correspondent
  • Το τέλος της αποικιακής τάξης, η θεολογία της απελευθέρωσης και η μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον μετααποικιακό κόσμο
    Ανεξάρτητος Αρθρογράφος
  • Το τέλος της Ευρώπης ή το τέλος των ψευδαισθήσεών της;
    Πανεπιστημιακός
  • Πολιτική Απορρήτου - Στοιχεία Εταιρείας
    Για έγκυρη ενημέρωση πατήστε follow και ακολουθήστε μας στο twitter
    Follow @tribunegr