ΙράνΙσραήλΤουρκίαΚουρδιστάνΤεχνητή ΝοημοσύνηΙσλαμικό ΚράτοςΕνέργειαΤζιχαντιστές
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ:
info@tribune.gr
Δρ. Ιωακείμ Καλαμάρης
Καθηγητής Οικονομίας και Διοίκησης

Το τέλος της Μοναρχίας στα Βασίλεια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και, ίσως, η αρχή του τέλους του Ηνωμένου Βασιλείου;

Το τέλος της Μοναρχίας στα Βασίλεια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και, ίσως, η αρχή του τέλους του Ηνωμένου Βασιλείου;
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS

Με αφετηρία το βιβλίο Swan Song: Diana, My Sister του Charles Spencer

Η έκδοση του βιβλίου Swan Song: Diana, My Sister από τον Charles Spencer, αδελφό της Lady Diana Frances Spencer (Νταϊάνα), Πριγκίπισσας της Ουαλίας, επαναφέρει στο προσκήνιο μια παλιά αλλά ποτέ πραγματικά κλεισμένη πληγή.

Η σημασία του δεν περιορίζεται σε μια οικογενειακή αφήγηση ή σε έναν ακόμη κύκλο δημοσιότητας γύρω από τη βασιλική οικογένεια.

Εισάγει εκ νέου στη δημόσια σφαίρα προσωπικές μαρτυρίες, εντάσεις και ερμηνείες για μια περίοδο που σημάδεψε τη βρετανική κοινωνία και τη διεθνή εικόνα της Μοναρχίας.

Οι μαρτυρίες ενός συγγενή δεν ταυτίζονται αυτομάτως με ιστορική ή δικαστική απόδειξη.

Αξίζουν όμως προσοχή, ακριβώς επειδή προέρχονται από έναν άνθρωπο που έζησε κοντά στην τραγωδία και μιλά με τη δική του ευθύνη.

Η ορθή ανάγνωση είναι διττή: ούτε άκριτη αποδοχή κάθε ισχυρισμού ούτε απαξίωση μιας μαρτυρίας επειδή είναι άβολη για έναν Θεσμό.

Η ουσία του παρόντος κειμένου βρίσκεται αλλού: στο πώς η αναζωπύρωση της υπόθεσης της Lady Diana Frances Spencer συναντά τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα.

Η βρετανική Μοναρχία δεν είναι απλώς μια οικογένεια με υψηλή δημοσιότητα.

Αποτελεί τον συμβολικό πυρήνα ενός συνταγματικού συστήματος, μιας ιστορικής ένωσης και ενός πλέγματος κρατών που διατηρούν κοινό μονάρχη.

Γι’ αυτό, οι νέες αποκαλύψεις δεν πρέπει να εξετάζονται μόνο ως υλικό για τον Τύπο.

Λειτουργούν ως τεστ αντοχής για τη δημόσια αξιοπιστία της Μοναρχίας, για την εσωτερική συνοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και για τη σχέση των Βασιλείων της Βρετανικής Κοινοπολιτείας με το Στέμμα.

Ένας Θεσμός πέρα από ένα πρόσωπο

Η βρετανική Μοναρχία άντεξε επειδή μπόρεσε να μετατρέψει τη μακραίωνη ιστορία της σε θεσμική συνέχεια.

Το Στέμμα παρέμεινε, ενώ κυβερνήσεις, κόμματα, πόλεμοι και κοινωνικές ισορροπίες άλλαξαν. Σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο μονάρχης δεν καθορίζει την καθημερινή πολιτική, συμβολίζει όμως το κράτος, τη διάρκεια και την αίσθηση ότι υπάρχουν στοιχεία δημόσιας ζωής τα οποία δεν μεταβάλλονται με κάθε εκλογή.

Αυτή η δύναμη δεν είναι κυρίως νομική. Είναι ψυχολογική, πολιτισμική και τελετουργική.

Η επίσημη σιωπή, η τήρηση αποστάσεων από την κομματική αντιπαράθεση και η εικόνα ενός θεσμού που βρίσκεται πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία υπήρξαν στοιχεία της επιβίωσής του. Όταν η εικόνα αυτή διαβρώνεται, το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό.

Οι δημοκρατίες αντέχουν την κριτική απέναντι στις κυβερνήσεις τους, επειδή οι κυβερνήσεις είναι προσωρινές.

Οι μοναρχίες, αντιθέτως, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην πεποίθηση ότι το πρόσωπο και ο θεσμός υπηρετούν κάτι μεγαλύτερο από την προσωπική τους ιστορία.

Η απομυθοποίηση, συνεπώς, έχει διαφορετική ένταση: δεν πλήττει απλώς έναν πολιτικό, αλλά το ίδιο το αφήγημα της υπεράνω καθημερινότητας συνέχειας.

Η υπόθεση της Lady Diana Frances Spencer υπήρξε η πιο βαθιά ρωγμή αυτής της εποχής.

Η έκταση της δημόσιας συγκίνησης το 1997 έδειξε ότι η κοινωνία δεν έβλεπε πλέον το Παλάτι μόνο με σεβασμό, αλλά και με αυστηρή ηθική απαίτηση.

Το σημερινό βιβλίο ξαναφέρνει αυτό το ερώτημα, σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα.

Η Lady Diana Frances Spencer ως πολιτικό σύμβολο

Η Lady Diana Frances Spencer δεν υπήρξε πολιτικός παράγοντας με τη στενή έννοια. Παρ’ όλα αυτά, εξελίχθηκε σε παγκόσμιο πολιτικό σύμβολο.

Η δημοφιλία της συνδέθηκε με την αμεσότητα, με μια διαφορετική αντίληψη δημόσιας παρουσίας και με την ικανότητά της να εκφράζει συναισθήματα που η επίσημη βασιλική γλώσσα συχνά απέφευγε.

Η αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη, ευάλωτη εικόνα της και στην ψυχρότερη εικόνα του θεσμού δημιούργησε μια ισχυρή αφήγηση. Δεν είναι απαραίτητο να δεχθεί κανείς κάθε εκδοχή αυτής της αφήγησης για να κατανοήσει τη δύναμή της.

Σε πολιτικό επίπεδο, η Lady Diana Frances Spencer έγινε η επιτομή της απαίτησης για ενσυναίσθηση, διαφάνεια και συναισθηματική ειλικρίνεια από την εξουσία.

Το Swan Song αναδεικνύει εκ νέου την οπτική του αδελφού της.

Ακριβώς επειδή πρόκειται για προσωπική μαρτυρία, ο αναγνώστης οφείλει να την αντιμετωπίζει με προσοχή και να διακρίνει τις αναμνήσεις από τα πλήρως επαληθεύσιμα γεγονότα.

Ωστόσο, το πολιτικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται μόνο από την αποδεικτική βεβαιότητα.

Εξαρτάται και από το αν η κοινωνία θεωρεί ότι ο Θεσμός απαντά επαρκώς σε παλιές ηθικές αμφιβολίες.

Η Μοναρχία είναι ισχυρή όταν μπορεί να απορροφά κρίσεις χωρίς να χάνει το ηθικό της κεφάλαιο.

Όταν όμως οι παλιές κρίσεις επανέρχονται με νέο υλικό, η φθορά λειτουργεί συσσωρευτικά.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οδηγεί σε κατάρρευση και είναι σίγουρο όμως ότι μεταβάλλει το σημείο από το οποίο ξεκινά κάθε μελλοντική κρίση.

Τα Βασίλεια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας

Η ακριβής ορολογία είναι ουσιώδης. Ο Βασιλιάς είναι μονάρχης του Ηνωμένου Βασιλείου και δεκατεσσάρων ακόμη ανεξάρτητων Βασιλείων της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Δεν κυβερνά μια αυτοκρατορία και δεν είναι μονάρχης όλων των χωρών της Κοινοπολιτείας.

Η Κοινοπολιτεία είναι μια εθελοντική ένωση ανεξάρτητων κρατών, πολλά από τα οποία είναι δημοκρατίες.

Η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Νέα Ζηλανδία και άλλα Βασίλεια έχουν δικές τους κυβερνήσεις, κοινοβούλια και συνταγματικές τάξεις.

Η κοινή κεφαλή του κράτους λειτουργεί κυρίως ως ιστορικός και συμβολικός δεσμός.

Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα καθιστά τη σχέση ευαίσθητη: όσο περισσότερο απομακρύνεται ο Θεσμός από την ηθική του ακτινοβολία, τόσο περισσότερο οι Εθνικές κοινωνίες αναρωτιούνται τι ακριβώς κερδίζουν από τη διατήρησή του.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κάθε κράτος θα αλλάξει άμεσα πολίτευμα. Είναι αν το Στέμμα παραμένει ένα χρήσιμο, κοινά αποδεκτό και ενωτικό σύμβολο.

Η μετάβαση από μια μοναρχία σε μια δημοκρατία, όπου αυτή επιλεγεί, είναι συνταγματική υπόθεση κάθε λαού.

Η πολιτική σημασία βρίσκεται στο ότι τέτοιες συζητήσεις μετατρέπουν τον κοινό μονάρχη από αυτονόητη παράδοση σε αντικείμενο δημόσιας αξιολόγησης.

Η κρίση εμπιστοσύνης δεν έχει παντού την ίδια μορφή. Σε ορισμένες χώρες συνδέεται με την αποικιακή μνήμη, αλλού με τη δημοκρατική αυτονομία, αλλού με τη γενεαλογική απόσταση από το Λονδίνο.

Όμως ο κοινός παρονομαστής είναι ότι ο Θεσμός δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένος.

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ομοσπονδία

Η φράση «ομόσπονδη Μεγάλη Βρετανία» δεν αποδίδει με ακρίβεια τη συνταγματική πραγματικότητα.

Η Μεγάλη Βρετανία είναι ο γεωγραφικός και ιστορικός όρος για την Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία.

Το Ηνωμένο Βασίλειο περιλαμβάνει επιπλέον τη Βόρεια Ιρλανδία. Και δεν είναι ομοσπονδία: είναι ένα ενιαίο κράτος με σημαντικές, αλλά άνισες, μορφές αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης.

Η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρεια Ιρλανδία διαθέτουν αποκεντρωμένους θεσμούς και ειδικές πολιτικές ισορροπίες.

Η Αγγλία δεν έχει αντίστοιχο ενιαίο κοινοβούλιο. Αυτό το ασύμμετρο σύστημα επιτρέπει ευελιξία, αλλά συγχρόνως διατηρεί ανοιχτά συνταγματικά ερωτήματα. Η συνοχή του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι απλώς διοικητική, είναι ζήτημα συναίνεσης ανάμεσα σε διαφορετικές ιστορικές κοινότητες.

Η Σκωτία εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρό δημόσιο διάλογο για την ανεξαρτησία.

Το αίτημα αυτό δεν ισοδυναμεί με αναπόφευκτο αποτέλεσμα, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί.

Η ύπαρξη ενός ισχυρού Εθνικού πολιτικού χώρου στη Σκωτία σημαίνει ότι το συνταγματικό ζήτημα παραμένει ενεργό, ακόμη και σε περιόδους όπου άλλες οικονομικές ή κοινωνικές προτεραιότητες κυριαρχούν.

Η Ουαλία, χωρίς να βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση, αναζητά επίσης βαθύτερη πολιτική αυτοπεποίθηση.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η Ένωση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στη συνήθεια.

Χρειάζεται διαρκή πολιτική νομιμοποίηση και πειστική απάντηση στο ερώτημα: γιατί τα τέσσερα Έθνη επιλέγουν να παραμένουν μαζί;

Η Βόρεια Ιρλανδία και η αρχή της συναίνεσης

Η Βόρεια Ιρλανδία έχει ιδιαίτερη συνταγματική θέση. Η Συμφωνία του Μπέλφαστ ή της Μεγάλης Παρασκευής θεμελίωσε την ειρηνευτική διαδικασία πάνω στην αρχή της συναίνεσης: καμία αλλαγή στο συνταγματικό καθεστώς δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη δημοκρατική βούληση της πλειοψηφίας.

Παράλληλα, αναγνώρισε το δικαίωμα των ανθρώπων να αυτοπροσδιορίζονται ως Βρετανοί, Ιρλανδοί ή και τα δύο.

Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για ενδεχόμενη επανένωση της Ιρλανδίας δεν είναι ταμπού, ούτε όμως μπορεί να παρουσιαστεί ως προδιαγεγραμμένη.

Είναι ένα ζήτημα που έχει θεσμικό πλαίσιο, ιστορικό βάρος και άμεση σχέση με την ειρήνη.

Κάθε επιπόλαιη προσέγγιση κινδυνεύει να υποτιμήσει τη δυσκολία και την ευαισθησία των κοινωνικών ισορροπιών.

Η Μοναρχία εδώ λειτουργεί ως μέρος της ευρύτερης βρετανικής συνταγματικής ταυτότητας.

Αν μειώνεται η συμβολική της ισχύς, δεν είναι βέβαιο ότι μεταβάλλεται αυτόματα το συνταγματικό καθεστώς.

Μπορεί, ωστόσο, να αποδυναμώνεται ένας από τους ιστορικούς δεσμούς που προσέφεραν κοινό πλαίσιο σε όσους ταυτίζονται με την Ένωση.

Η σταθερότητα δεν προστατεύεται με άρνηση των ερωτημάτων. Προστατεύεται με θεσμούς που δίνουν χώρο σε όλες τις ταυτότητες, με οικονομικές προοπτικές και με πολιτική γλώσσα που δεν ταπεινώνει κανέναν.

Η ιστορική πρόκληση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι να αποδείξει ότι η Ένωση παραμένει επιλογή με θετικό περιεχόμενο.

Από την αυτοκρατορία στην εθελοντική σύνδεση

Η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν υπάρχει πια. Η Κοινοπολιτεία, αντίθετα, αποτελεί μια εθελοντική διεθνή ένωση κρατών με διαφορετικά πολιτεύματα, γεωγραφίες και προτεραιότητες.

Η μετάβαση από την αυτοκρατορική κυριαρχία σε μια εθελοντική κοινότητα υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές μεταμορφώσεις της βρετανικής επιρροής στον εικοστό αιώνα.

Το Στέμμα προσπάθησε να λειτουργήσει ως γέφυρα αυτής της μετάβασης.

Η επιτυχία του βασίστηκε στην ικανότητα να συμβολίζει όχι την επιβολή, αλλά μια κοινή ιστορική γλώσσα και προσωπικούς δεσμούς. Σήμερα, η αποικιακή κληρονομιά αξιολογείται με αυστηρότερα κριτήρια.

Οι κοινωνίες ζητούν αναγνώριση τραυμάτων, ιστορική ειλικρίνεια και ισότητα στη σχέση τους με την πρώην μητρόπολη.

Η συζήτηση για τη δημοκρατία στα Βασίλεια της Κοινοπολιτείας είναι, επομένως, μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης περί ωριμότητας και Εθνικής αυτοεικόνας.

Δεν είναι αναγκαστικά εχθρική προς τον βρετανικό λαό. Μπορεί να είναι η φυσική συνέπεια κρατών που επιθυμούν να ορίζουν με πληρότητα τα δικά τους σύμβολα.

Αν η Μοναρχία επιθυμεί να διατηρήσει τον ρόλο της, δεν αρκεί να επικαλείται το παρελθόν. Χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να υπηρετεί ένα μέλλον ισότιμων κοινωνιών, χωρίς αλαζονεία, χωρίς αμνησία και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι η ιστορική συνέχεια εξασφαλίζει από μόνη της τη νομιμοποίηση.

Η νέα διεθνής ισορροπία

Η φράση «νέα Γιάλτα», φράση που εγώ προσωπικά έχω χρησιμοποιήσει πρώτος πριν τέσσερα χρόνια, είναι η πολιτική μεταφορά, αλλά και σχεδιασμός και όχι απαραίτητα ως κυριολεκτική περιγραφή μιας μυστικής συμφωνίας.

Υποδηλώνει έναν κόσμο στον οποίο οι διεθνείς σφαίρες επιρροής, οι εμπορικοί δρόμοι, η τεχνολογική ισχύς και η στρατιωτική αποτροπή αναδιατάσσονται.

Η παγκόσμια τάξη δεν είναι στατική και οι παλαιοί θεσμοί κρίνονται μέσα σε αυτή τη μεταβολή.

Η Μεγάλη Βρετανία παραμένει σημαντική δύναμη: διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο, πυρηνική αποτροπή, διπλωματικό δίκτυο και πολιτιστική επιρροή.

Το ζήτημα δεν είναι η εξαφάνισή της από τον κόσμο. Είναι η προσαρμογή της σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς μοιράζεται διαφορετικά και όπου η παλιά αυτοκρατορική γλώσσα δεν αρκεί για να περιγράψει το παρόν.

Στον νέο αυτό κόσμο, κάθε Θεσμός καλείται να εξηγήσει τη χρησιμότητά του.

Η Μοναρχία δεν εξαιρείται. Μπορεί να προσφέρει σταθερότητα και διεθνή αναγνωρισιμότητα, αλλά μπορεί και να γίνει σύμβολο απόστασης, αν δεν κατανοήσει τις κοινωνικές μεταβολές.

Η διαφορά εξαρτάται από την ικανότητα του θεσμού να ακούει και να μεταρρυθμίζεται.

Το χρονικό σημείο της αναζωπύρωσης της υπόθεσης της Lady Diana Frances Spencer δεν χρειάζεται να αποδοθεί σε συνωμοσία για να θεωρηθεί πολιτικά σημαντικό.

Η σημασία του προκύπτει από τη σύμπτωση: μια παλιά ηθική κρίση επιστρέφει τη στιγμή που ο διεθνής και ο εσωτερικός ρόλος της Βρετανίας συζητούνται εκ νέου.

Η κρίση της δημόσιας εμπιστοσύνης

Στη σύγχρονη κοινωνία, η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται σε κανέναν Θεσμό. Κατακτάται και ανανεώνεται.

Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, η ταχύτητα της πληροφορίας και η διάχυση των προσωπικών μαρτυριών έχουν μειώσει τη δυνατότητα των ισχυρών να ελέγχουν το αφήγημα με τον τρόπο που γινόταν στο παρελθόν.

Για μια Μοναρχία, αυτό δημιουργεί διπλή πίεση. Από τη μία, η ιδιωτική ζωή της οικογένειας είναι αδύνατο να αποσυνδεθεί από τον δημόσιο ρόλο.

Από την άλλη, κάθε απόπειρα υπερβολικού ελέγχου της εικόνας μπορεί να ερμηνευθεί ως έλλειψη ειλικρίνειας. Η ισορροπία ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και τη διαφάνεια είναι πιο δύσκολη από ποτέ.

Το βιβλίο του Charles Spencer πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και μέτρο. Όπου περιέχει προσωπικές αναμνήσεις, η ερμηνεία τους ανήκει πρωτίστως στον ίδιο. Όπου διατυπώνονται ισχυρισμοί για τρίτους, ο δημόσιος διάλογος οφείλει να δέχεται και την απάντηση των άλλων πλευρών.

Αυτή η διάκριση δεν αποδυναμώνει το κείμενο, το προστατεύει από τη μετατροπή του σε εύκολο σύνθημα.

Το βαθύτερο ερώτημα δεν είναι ποια πρωτοσέλιδα θα προκύψουν. Είναι αν οι νέες γενιές θα θεωρούν ότι η Μοναρχία ενσαρκώνει δικαιοσύνη, αίσθηση καθήκοντος και ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Χωρίς αυτή την ηθική βάση, ακόμη και η πιο καλά οργανωμένη τελετουργία θα αποδειχθεί ανεπαρκής.

Πιθανά σενάρια και όρια πρόβλεψης

Η πρόβλεψη για το τέλος ενός Θεσμού δεν είναι πάντοτε επισφαλής. Παρότι που οι μοναρχίες έχουν συχνά αποδειχθεί πιο ανθεκτικές από όσο προέβλεπαν οι επικριτές τους, ακριβώς επειδή διαθέτουν προσαρμοστικότητα, τελετουργία και βαθιά πολιτισμική ρίζα.

Σήμερα όμως υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να παρουσιάζεται η αλλαγή ως βεβαιότητα, αλλά και ο ίδιος ο επαναπροσδιορισμός του.

Το πρώτο σενάριο ήταν η ανανέωση: μια Μοναρχία με μικρότερη απόσταση, καθαρότερη δημόσια λογοδοσία και πιο σύγχρονη κατανόηση της κοινωνίας.

Το δεύτερο είναι η σταδιακή συρρίκνωση του συμβολικού ρόλου της στα κράτη όπου η δημοκρατική μετάβαση θα κερδίσει υποστήριξη. Το τρίτο αφορά τις εσωτερικές πιέσεις στο ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η συνταγματική συζήτηση μπορεί να αποκτήσει νέα ένταση.

Κανένα από αυτά τα σενάρια δεν είναι αυτόματο. Η οικονομία, οι εκλογές, η ασφάλεια, οι ηγεσίες και οι κοινωνικές διαθέσεις έχουν αποφασιστική σημασία.

Η Μοναρχία δεν είναι η μόνη μεταβλητή που καθορίζει την ενότητα του Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι όμως μια μεταβλητή με ιδιαίτερο συμβολικό βάρος.

Γι’ αυτό είναι πιο έντιμο να μιλάμε αντικειμενικά για πιθανή αρχή του τέλους, μιας νέας φάσης και για ένα προδιαγεγραμμένο τέλος.

Σήμερα η ιστορία γράφεται από επιλογές, αλλά και από τίτλους βιβλίων ή από μεμονωμένες αποκαλύψεις.

Οι αποκαλύψεις μπορούν να αλλάξουν το ηθικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται αυτές οι επιλογές.

Συμπέρασμα

Η έκδοση του Swan Song: Diana, My Sister δεν κρίνει το μέλλον της βρετανικής Μοναρχίας.

Αποκαλύπτει όμως ότι η ιστορία της Lady Diana Frances Spencer εξακολουθεί να αγγίζει τον πυρήνα του Θεσμού και το παρασκήνιο για τον τραγικό θάνατο της, το οποίο δεν έχει κλείσει.

Η δύναμη του βρίσκεται στην ικανότητα της να επαναφέρει ένα ερώτημα που δεν έχει απλή απάντηση: μπορεί ένας πανάρχαιος Θεσμός να παραμείνει σύγχρονος όταν οι πολίτες απαιτούν μεγαλύτερη ανθρώπινη αλήθεια;

Διαφαίνεται ως δεδομένο το τέλος της Μοναρχίας στα Βασίλεια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, αλλά και η διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου.

Υπάρχουν, διεργασίες που καθιστούν και τις δύο συζητήσεις πιο ώριμες, πιο δημόσιες και πιο αναπόφευκτες από ό,τι ήταν στο παρελθόν.

Η πολιτική και γεωστρατηγική σημασία της στιγμής βρίσκεται στην αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων: της αποικιακής μνήμης, των Εθνικών ταυτοτήτων, της κρίσης εμπιστοσύνης, της νέας διεθνούς κατανομής ισχύος και της επιστροφής μιας οικογενειακής τραγωδίας στο κέντρο του δημόσιου λόγου.

Η «νέα Γιάλτα» είναι εδώ μια εικόνα του μεταβαλλόμενου κόσμου, όχι απαραίτητα ισχυρισμός κρυφής σκηνοθεσίας.

Σε μια τέτοια εποχή, τα ιστορικά σύμβολα δεν καταρρέουν πάντοτε από μία μεγάλη σύγκρουση. Συχνά φθείρονται σταδιακά, όταν παύουν να εκφράζουν το μέλλον των κοινωνιών που καλούνται να ενώσουν.

Αυτό που διακυβεύεται, δεν είναι μόνο αν η Μοναρχία θα επιβιώσει. Είναι αν η ίδια η Μεγάλη Βρετανία, ως πολιτική και ιστορική ένωση, θα μπορέσει να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της πριν οι φυγόκεντρες δυνάμεις γίνουν μη αναστρέψιμες.

Η παγκόσμια τάξη μεταβάλλεται σε όλα τα επίπεδα: οικονομικά, στρατιωτικά, ενεργειακά, τεχνολογικά, πολιτισμικά, γεωπολιτικά και εδαφικά.

Είναι ένα πολιτικό και γεωστρατηγικό σύμπτωμα μιας εποχής που αλλάζει.

Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι αν ένας Θεσμός θα κερδίσει ή θα χάσει έναν ακόμη κύκλο δημοσιότητας. Είναι αν θα βρει την ηθική και πολιτική γλώσσα για να σταθεί δίπλα στις κοινωνίες που καλείται να συμβολίσει.

Αν δεν τη βρει, η φθορά θα συνεχιστεί ταχύτατα, λιγότερα αθόρυβα και με τρόπο που καμία τελετή δεν θα μπορεί να αναστρέψει.

  • The Turkish Foreign Ministry’s liars claim that in 1821 Greek Revolutionaries slaughtered “Turks” in Tripolitsa – What the historical truth is, What diplomatic sources say
    Diplomatic Correspondent
  • O tempora, o mores! (Ω καιροί, ω ήθη!)
    Πανεπιστημιακός
  • Υπόθεση Μαζωνάκη: Η ευθύνη δεν σταματά στους τοίχους του «ιατρείου» – Βαρύνει ολόκληρο το σύστημα που του επέτρεψε να λειτουργεί
    Ανεξάρτητη Αρθρογράφος
  • Πολιτική Απορρήτου - Στοιχεία Εταιρείας
    Για έγκυρη ενημέρωση πατήστε follow και ακολουθήστε μας στο twitter
    Follow @tribunegr