ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
«…όμως, ένας υπερβολικά μεγάλος πληθυσμός δεν είναι δυνατόν να διατηρήσει την τάξη· διότι αυτό είναι έργο μιας θεϊκής δύναμης, σαν αυτής που συγκρατεί και κυβερνά το σύμπαν.
»Επομένως, η πόλη εκείνη που συνδυάζει το μεγάλο μέγεθος με το προαναφερθέν όριο [της αυτονομίας], είναι αναγκαστικά η πιο όμορφη. Αν και η ομορφιά συνηθίζει να εμφανίζεται στο πλήθος και στο μεγάλο μέγεθος, υπάρχει ωστόσο ένα συγκεκριμένο μέτρο για το μέγεθος μιας πόλης…».
Αυτά αναφέρει ο Αριστοτέλης στο 7ο βιβλίο των «Πολιτικών» του.
Και αποδεικνύεται ορθός!
Η αστικοποίηση, στρατηγική που προωθήθηκε από τη μεταεμφυλιακή δεξιά, έδειξε τα όριά της.
Ο φόβος για πιθανές εξεγέρσεις στην Ελλάδα μετά το πέρας του εμφυλίου κινητοποίησε τους φορείς εξουσίας και αποφάσισαν τη συσσώρευση πολιτών στο άστυ με σκοπό τον πιο εύκολο κοινωνικό και πολιτικό έλεγχό τους.
Ασφαλώς υπήρχαν και αντικειμενικές συνθήκες που οδηγήσαν στη συγκεκριμένη πολιτική.
Η ανάγκη της επαρχίας για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, όπου η εσωτερική τουαλέτα και η κεντρική θέρμανση έμοιαζαν με πολυτέλεια, αλλά και η αναζήτηση εργασίας, σπουδών και βασικών υποδομών.
Αυτός ο σχεδιασμός όμως υλοποιήθηκε γρήγορα και άναρχα. Το φαινόμενο της αντιπαροχής άνθισε με αποτέλεσμα η Αθήνα να πάρει τη μορφή της «τσιμεντούπολης» που όλοι γνωρίζουμε σήμερα.
Πλέον το 50% του ελληνικού πληθυσμού κατοικεί στην πρωτεύουσα, είναι δηλαδή συγκεντρωμένο στο 4,3% της επικρατείας.
Η συγκέντρωση τόσης μεγάλης μάζας πολιτών στην Αθήνα γεννά μοιραία το σημερινό πρόβλημα διαβίωσης.
Γιατί όπως σε όλες τις περιπτώσεις, έτσι κι εδώ ισχύει ο νόμος της «προσφοράς και ζήτησης».
Και αυτό διότι η σημερινή δεξιά επιμένει στην ίδια στρατηγική: επιδιώκει τη συγκέντρωση των πολιτών στα μεγάλα αστικά κέντρα, μετατρέποντας το εργατικό δυναμικό σε φθηνή ύλη για τις πολυεθνικές και τους «επενδυτές».
Γεγονός που αποτελεί σκέτη εκμετάλλευση, αν αναλογιστούμε τις αντίστοιχες αμοιβές που δίνονται στις θυγατρικές του εξωτερικού και συγκρίνουμε τα κόστη διαβίωσης.
Η ελληνική κοινωνία «βράζει» και αναζητά λύση από το παραπάνω αδιέξοδο.
Και μια διέξοδο θα μπορούσε να αποτελέσει η αποσυμφόρηση των μεγάλων αστικών κέντρων, με κατάλληλη ενίσχυση της επαρχίας.
Η ελληνική δεξιά όμως αδυνατεί να αντιμετωπίσει την παραπάνω κατάσταση. Εγκλωβισμένη στις πολιτικές της επιμένει και αντιπροτείνει «επιτελικό κράτος», «ψηφιακό μετασχηματισμό» σα θεραπεία προς πάσα νόσο και χρηματοδότηση μέσα από κεντρικά ελεγχόμενα προγράμματα. Πολιτική που στην πράξη έχει αποτύχει παταγωδώς.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η μεγάλη δημοκρατική παράταξη οφείλει να έχει ξεκάθαρη στάση και να δώσει λύσεις στα σημερινά προβλήματα αντιπροτείνοντας:
Οικονομική αποκέντρωση: ώστε να αποκτήσουν οι περιφέρειες ελευθερία κινήσεων στη διεκπεραίωση σημαντικών έργων που ενισχύουν την τοπική κοινωνία.
Διοικητική αναδιάρθρωση: διόρθωση των παθογενειών που προκάλεσε ο «Καλλικράτης» (βίαιες συνενώσεις απομονωμένων περιοχών) και δημιουργία μικρότερων αυτόνομων ΟΤΑ.
Έμφαση στον πολίτη και την κοινότητα: διαφάνεια μέσω εκλογών (επαναφορά β γύρου στην αυτοδιοίκηση), τοπικά δημοψηφίσματα, ξεχωριστή κάλπη για τα κοινοτικά συμβούλια της επαρχίας.
Πρόσβαση σε υγεία και εκπαίδευση: ενίσχυση περιφερειακών δομών υγείας, μεταφορά πανεπιστημιακών τμημάτων στην επαρχία.
Ευκαιρίες για εργασία: παροχή κινήτρων για άνοιγμα νέων θέσεων εργασίας εκτός αστικών κέντρων.
Η αποσυμφόρηση των πόλεων και η αναγέννηση της ελληνικής περιφέρειας δεν είναι απλώς μια διοικητική μεταρρύθμιση: είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης, κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας.
Η Ελλάδα δεν εξαντλείται στα όρια της Αττικής. Ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε το δικαίωμα στη ζωή, στην εργασία και στην αξιοπρέπεια σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας. Να περάσουμε από το κράτος των λίγων στην Ελλάδα των πολλών.


























































































