ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Στην τελευταία θέση μεταξύ των 50 ισχυρότερων οικονομικών μητροπόλεων του κόσμου κατατάσσεται η Αθήνα ως προς την ποιότητα ζωής, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση «Mapping the World’s Prices 2026» της Deutsche Bank.
Η μελέτη καταγράφει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους κατοίκους της ελληνικής πρωτεύουσας δεν είναι μόνο οι χαμηλές αποδοχές, αλλά κυρίως η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους μισθούς και στο ολοένα αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.
Παρά το γεγονός ότι οι καθαρές αποδοχές των εργαζομένων έχουν ενισχυθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, η βελτίωση αυτή απορροφήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από την εκρηκτική αύξηση των ενοικίων και των τιμών στην αγορά κατοικίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, ο μέσος καθαρός μηνιαίος μισθός στην Αθήνα διαμορφώνεται στα 1.321 δολάρια, παρουσιάζοντας αύξηση άνω του 60% σε σχέση με το 2016.
Ωστόσο, το εισόδημα αυτό δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, καθώς το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί με πολύ ταχύτερους ρυθμούς.
Οι αναλυτές της Deutsche Bank επισημαίνουν ότι η πραγματική ποιότητα ζωής αποτυπώνεται στο εισόδημα που απομένει μετά την κάλυψη των βασικών στεγαστικών αναγκών.
Στην περίπτωση της Αθήνας, το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων στο κέντρο της πόλης έχει αυξηθεί κατά περίπου 144% μέσα σε δέκα χρόνια, φτάνοντας πλέον τα 1.330 δολάρια τον μήνα.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα νοικοκυριό με δύο εργαζόμενους βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του, μετά την πληρωμή του ενοικίου, να αυξάνεται ελάχιστα σε σχέση με το παρελθόν.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην αγορά ακινήτων, όπου η μέση τιμή αγοράς κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας έχει αυξηθεί κατά περίπου 150% μέσα στη δεκαετία, αγγίζοντας πλέον τα 4.016 δολάρια ανά τετραγωνικό μέτρο.
Η σύγκριση με τη Νέα Υόρκη αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα της αγοραστικής δύναμης.
Οι καθαρές αποδοχές των Αθηναίων αντιστοιχούν μόλις στο 24% εκείνων των κατοίκων της αμερικανικής μεγαλούπολης, ενώ το συνολικό κόστος ζωής στην ελληνική πρωτεύουσα φθάνει στο 62,4% του αντίστοιχου επιπέδου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με βάση αυτόν τον δείκτη, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ακριβότερες χώρες του κόσμου σε σχέση με τα αμερικανικά εισοδήματα.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η επιβάρυνση στις καθημερινές μετακινήσεις.
Η τιμή της αμόλυβδης βενζίνης στην Αθήνα εμφανίζεται κατά 209% υψηλότερη από εκείνη της Νέας Υόρκης, κατατάσσοντας την ελληνική πρωτεύουσα στις ακριβότερες πόλεις διεθνώς ως προς το κόστος καυσίμων.
Αυξημένες σε σχέση με τις αμερικανικές είναι και οι τιμές σε αρκετά καταναλωτικά προϊόντα.
Ένα τζιν Levi’s 501 κοστίζει περίπου 138% περισσότερο, ενώ υψηλά παραμένουν και τα επίπεδα τιμών στο γρήγορο φαγητό, στα αναψυκτικά, στον καπουτσίνο και στην εγχώρια μπύρα.
Αντίστοιχα, το κόστος των αγορών από το σούπερ μάρκετ εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, παρουσιάζοντας αισθητή αύξηση σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.
Η μοναδική κατηγορία στην οποία η Αθήνα εμφανίζει σαφές πλεονέκτημα είναι οι δημόσιες συγκοινωνίες, καθώς το κόστος της μηνιαίας κάρτας μετακίνησης παραμένει αισθητά χαμηλότερο από αυτό της Νέας Υόρκης.
Στους υπόλοιπους δείκτες ποιότητας ζωής, η έκθεση αποδίδει χαμηλές επιδόσεις στην ασφάλεια και στις υπηρεσίες υγείας, μέτρια αξιολόγηση στις κυκλοφοριακές συνθήκες και ιδιαίτερα θετική βαθμολογία στο κλίμα, το οποίο αποτελεί ένα από τα βασικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της πόλης.
Στην κορυφή της διεθνούς κατάταξης για την ποιότητα ζωής βρίσκονται το Λουξεμβούργο, η Κοπεγχάγη και το Άμστερνταμ, ενώ ακολουθούν το Μόναχο, η Βιέννη και η Φρανκφούρτη. Παράλληλα, η Ζυρίχη και η Γενεύη εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις ακριβότερες πόλεις του κόσμου, ενώ το Τόκιο ξεχωρίζει ως μία από τις πιο προσιτές επιλογές μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, κυρίως λόγω του χαμηλότερου κόστους εστίασης.

































































ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW







































