ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS


















































Κλιμάκωση στην Τεχεράνη: Οι σκληροπυρηνικοί ωθούν το Ιράν προς τα πυρηνικά όπλα εν μέσω ισραηλινών πληγμάτων
Τραμπ: «Μου το είπε η CIA» ότι ο Χαμενεΐ εμπλέκεται σε μια μακροχρόνια ομοφυλοφιλική σχέση
Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ αρνείται τις διαπραγματεύσεις: Ένταση στις σχέσεις Βανς-Νετανιάχου - Προειδοποιήσεις Τουσκ για κλιμάκωση
WSJ: Ο Τραμπ ενδέχεται να στείλει 10.000 στρατιώτες μέχρι την επόμενη εβδομάδα
Νίκος Δένδιας: Δεν υπάρχει «ούτε μια Ελληνίδα ούτε ένας Έλληνας ο οποίος να μην έχει πάντοτε στο μυαλό του ότι
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Η πανδημία Covid-19 εξακολουθεί να επηρεάζει τη γερμανική αγορά εργασίας.
Αύξηση της ανεργίας, της μερικής εργασίας και όσων δικαιούνται κοινωνικά βοηθήματα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης, τον Ιούνιο 2,853 εκ. άτομα ήταν χωρίς εργασία, 40.000 περισσότερα απ’ ό,τι τον Μάιο και 637.000 περισσότερα από ό,τι ένα χρόνο πριν.
Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε τον Ιούνιο σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα κατά 0,1% στο 6,2%.
Υπό κανονικές συνθήκες τον μήνα Ιούνιο μειώνεται ο αριθμός των ανέργων.
Ένα νέο ρεκόρ καταγράφεται για τους εργαζόμενους που βρίσκονται σε καθεστώς μειωμένου χρόνου εργασίας, δηλαδή, που η θέση τους επιδοτείται από το κράτος προκειμένου να μην απολυθούν.
Βάση των στοιχείων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης ο αριθμός αυτών των ατόμων αυξήθηκε από 2,49 εκ. το Μάρτιο στα 6,83 εκ. τον Απρίλιο.
Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Απασχόλησης Ντέντλεφ Σέελε, η ενεργοποίηση του καθεστώτος της επιδοτούμενης μερικής απασχόλησης «σε μεγάλο κλίμακα σταθεροποίησε την αγορά εργασίας».
Τέλος, στο διάστημα της πανδημίας Covid-19 αυξήθηκε ο αριθμός των δικαιούχων κοινωνικών παροχών στα 4,076 εκ. άτομα.
Ένα χρόνο πριν ήταν κατά 152.000 λιγότεροι.
Επομένως, στη Γερμανία το 7,5% εκείνων που βρίσκονται σε ηλικία εργασίας δεχόταν τον Ιούνιο κοινωνικό βοήθημα.























































