Έντονες αντιδράσεις και επικρίσεις προκαλεί η ρητορική του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με αναλυτές και κύκλους της περιοχής να κάνουν λόγο για «νεο-οθωμανική υποκρισία» που ξεπερνά κάθε όριο.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η αντίφαση ανάμεσα στην προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανιστεί ως εγγυητής της ειρήνης και στην πραγματικότητα της αναθεωρητικής της στρατηγικής.
Όπως επισημαίνεται, η Τουρκία διατηρεί παράνομη στρατιωτική παρουσία και κατέχει εδάφη στην Κύπρο, τη Συρία, το Ιράκ και τη Λιβύη, προωθώντας παράλληλα τον δημογραφικό και πολιτισμικό εκτουρκισμό των κατεχομένων περιοχών.
Επιπλέον, σοβαρές είναι οι κατηγορίες για τη διασύνδεση και την υποστήριξη που παρέχει η Άγκυρα σε εξτρεμιστικές και τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως η Αλ Κάιντα, το Ισλαμικό Κράτος και η Χαμάς.
Οι ενέργειες αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της φιλοδοξίας της χώρας να καταστεί ηγεμονική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Απέναντι σε αυτόν τον περιφερειακό επεκτατισμό διαμορφώνεται ένα ισχυρό κοινό μέτωπο. Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, καθώς και η πλειονότητα των αραβικών κρατών του Κόλπου, ευθυγραμμίζονται αναχαιτίζοντας τις νεο-οθωμανικές επιδιώξεις.
Το μέτωπο αυτό, διαθέτοντας την απαραίτητη στρατιωτική ισχύ, τους οικονομικούς πόρους και την πολιτική βούληση, εμφανίζεται αποφασισμένο να αντιμετωπίσει οριστικά την τουρκική απειλή, έχοντας παράλληλα ως δυνητικό σύμμαχο στον κοινό αγώνα και το κουρδικό στοιχείο.