ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Μια Τουρκάλα δημοσιογράφος ανακρίθηκε ως ύποπτη στο πλαίσιο έρευνας για «κατασκοπεία», η οποία ξεκίνησε μετά από καταγγελία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) προς αστυνομικές διευθύνσεις σε όλη τη χώρα.
Η καταγγελία την κατηγορεί, χωρίς την προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων, για διασυνδέσεις με ξένες υπηρεσίες πληροφοριών.
Η δημοσιογράφος Σουλέ Αϊντίν έδωσε κατάθεση ως ύποπτη, αφού ένα άτομο που αυτοπροσδιορίζεται ως «Αχμέτ Τουρκές» απέστειλε την καταγγελία στις αστυνομικές διευθύνσεις και των 81 τουρκικών επαρχιών, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Μπαρίς Πέχλιβαν της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ».
Η καταγγελία, η οποία εστάλη στις 14 Απριλίου 2025, ισχυριζόταν ότι η Αϊντίν ενδέχεται να βρισκόταν σε επαφή με υπηρεσίες πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της CIA (της υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών των ΗΠΑ), της Μοσάντ (της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών του Ισραήλ) και της MI6 (της υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών της Βρετανίας), καθώς και με εκτός νόμου οργανώσεις.
Σύμφωνα με τον Πέχλιβαν, οι εισαγγελικές Αρχές της Άγκυρας ξεκίνησαν έρευνα σε βάρος της Αϊντίν το 2025, μετά την αποστολή του email, και αργότερα, τον Απρίλιο, έδωσαν εντολή στην Γενική Εισαγγελία του Αναντολού στην Κωνσταντινούπολη να την ανακρίνει ως ύποπτη, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι αναρτήσεις της στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν αδίκημα.
Στη συνέχεια, εισαγγελέας της Κωνσταντινούπολης έδωσε εντολή στην Αστυνομία να λάβει την κατάθεση της Αϊντίν σχετικά με τις κατηγορίες.
Η Αϊντίν προσήλθε σε αστυνομικό τμήμα συνοδευόμενη από τη δικηγόρο της, Γκαμζέ Παμούκ, και έδωσε κατάθεση.
Το email κατηγορούσε την Αϊντίν ότι χρησιμοποιούσε «υβριστικές, χλευαστικές, υποτιμητικές και προκλητικές εκφράσεις» στοχεύοντας το τουρκικό κράτος, τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μέλη του δικαστικού σώματος και την Αστυνομία, μέσω των λογαριασμών της στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και των εκπομπών της στο YouTube.
Ο καταγγέλλων ζήτησε από τους εισαγγελείς να κινηθούν νομικά εναντίον της Αϊντίν με κατηγορίες που περιλαμβάνουν την προσβολή του προέδρου, τη δυσφήμηση κρατικών θεσμών, την υποκίνηση μίσους και εχθρότητας μεταξύ των πολιτών, καθώς και την κατασκοπεία.
Η καταγγελία στοχοποιούσε επίσης τη σειρά της Αϊντίν στο YouTube «Τιμαρχανεντέ Μπου Χαφτά» (Αυτή την εβδομάδα στο τρελοκομείο), ένα σατιρικό πρόγραμμα πολιτικού σχολιασμού στο οποίο συζητά την επικαιρότητα, τις κυβερνητικές πολιτικές, τη Δικαιοσύνη, τις καταγγελίες για διαφθορά, την πολιτική της αντιπολίτευσης και το αφήγημα των Μέσων Ενημέρωσης, με έντονα κριτικό και συχνά χιουμοριστικό ύφος.
Ο καταγγέλλων ζήτησε να αξιολογηθεί η εκπομπή ως μέρος «οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας» και κάλεσε για τη διενέργεια ξεχωριστής έρευνας σε βάρος της Αϊντίν για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα μαύρου χρήματος).
Ο Πέχλιβαν ανέφερε ότι το email ζητούσε επιπλέον να εξεταστούν οι λογαριασμοί της Αϊντίν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης σε συντονισμό με τη Γενική Διεύθυνση Ασφάλειας, τα τμήματα αντιτρομοκρατίας και κυβερνοεγκλήματος, καθώς και με τον Εθνικό Οργανισμό Πληροφοριών (MİT), και να κλείσουν οι λογαριασμοί αυτοί «εκτάκτως».
Σε μια ενότητα υπό τον τίτλο «Δραστηριότητες Πρακτόρων», ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Αϊντίν διεξήγαγε «μια σκόπιμη δραστηριότητα ψυχολογικού πολέμου με στόχο την εθνική ενότητα και τη δημόσια τάξη» και υποστήριξε ότι ενδέχεται να έχει διασυνδέσεις με ομάδες και υπηρεσίες πληροφοριών που αναφέρονται στην καταγγελία ως «εχθρικές δομές», συμπεριλαμβανομένων ξένων υπηρεσιών πληροφοριών και του εκτός νόμου Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK).
Η Παμούκ δήλωσε ότι η καταγγελία βασίστηκε σε γενικευμένες κατηγορίες και όχι σε συγκεκριμένα στοιχεία, και φαίνεται να αποτελεί μια προσπάθεια ποινικοποίησης του δημοσιογραφικού έργου της Αϊντίν.
«Αυτό που έχει σημασία στο ποινικό δίκαιο δεν είναι η βαρύτητα των κατηγορητηρίων, αλλά το αν αυτοί οι ισχυρισμοί υποστηρίζονται από συγκεκριμένα στοιχεία», δήλωσε η Παμούκ, σύμφωνα με τα όσα μετέφερε ο Πέχλιβαν.
«Δεν υπάρχει κανένα υλικό τεκμήριο, κανένα τεχνικό εύρημα, καμία συγκεκριμένη πράξη που να συνιστά έγκλημα και κανένας αιτιώδης σύνδεσμος.
»Με αυτή τη μορφή, η καταγγελία δεν πληροί τις προϋποθέσεις, από την άποψη της ποινικής δικονομίας, ώστε να μπορεί να στοιχειοθετήσει υποψία τέλεσης αδικήματος».
Παραμένει ασαφές εάν η έρευνα θα οδηγήσει στην απαγγελία επίσημης κατηγορίας.
Η αποκάλυψη αυτή έρχεται εν μέσω αυξανόμενης πίεσης προς τους δημοσιογράφους στην Τουρκία, όπου οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου αναφέρουν ότι οι συλλήψεις, οι διώξεις, η λογοκρισία και οι διοικητικές κυρώσεις χρησιμοποιούνται για τη φίμωση της επικριτικής δημοσιογραφίας.
Τουλάχιστον 13 δημοσιογράφοι και ένας σκιτσογράφος συνελήφθησαν στην Τουρκία κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 2026, ενώ δεκάδες άλλοι συνέχισαν να αντιμετωπίζουν δίκες βάσει των νόμων για την αντιτρομοκρατία, τη δυσφήμηση, τη δημόσια τάξη και την προσβολή του προέδρου, σύμφωνα με έκθεση παρακολούθησης των μέσων ενημέρωσης από τον ειδησεογραφικό ιστότοπο «Μπιανέτ».
Σύμφωνα με την «Expression Interrupted», μια οργάνωση παρακολούθησης της ελευθερίας του Τύπου, 26 δημοσιογράφοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή πίσω από τα κάγκελα της φυλακής στην Τουρκία.
Η Τουρκία υποχώρησε στην 163η θέση μεταξύ 180 χωρών στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026, ο οποίος δημοσιεύθηκε από τους «Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα» (RSF) στις 30 Απριλίου, σημειώνοντας πτώση από την 159η θέση που κατείχε το 2025.
Η οργάνωση προειδοποίησε ότι ο αυταρχισμός βαθαίνει και ο πλουραλισμός των Μέσων Ενημέρωσης απειλείται ολοένα και περισσότερο στη χώρα.































































ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΕ BLOGVIEW


































