ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Διαβάστε σχετικά για Αλ Κάιντα, Αλ Νούσρα, Άχμεντ αλ-Σάρα | Αμπού Μοχάμεντ Αλ Γκολάνι, Ισλαμιστές, Σαουδική Αραβία, Συρία, Τζιχαντιστές, Χαγιάτ Ταχρίρ Αλ Σαμ (HTS),


















































FORBES: Ο Βλάντιμιρ Πούτιν οδεύει προς την πτώση εντός της επόμενης τριετίας
Η Κέικο Φουχιμόρι πρόεδρος του Περού - Κέρδισε τον Ρομπέρτο Σάντσες με διαφορά μόλις 50.000 ψήφων
Ο Πεζεσκιάν προειδοποίησε τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ για «ασφυξία» από τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό - Τελείωναν φάρμακα και τρόφιμα στο Ιράν
Συμφωνία Ιράκ, Τουρκίας και Κουρδιστάν για τη διασφάλιση των εξαγωγών πετρελαίου προς το Τσεϊχάν
Εταιρεία των Εμιράτων (ΗΑΕ) σχεδιάζει νέους σταθμούς ηλιακής ενέργειας 50 MW στο Κουρδιστάν
ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Την Κυριακή 2/2, ο μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας, δηλαδή ο τζιχαντιστής τύραννός* της, Άχμαντ αλ Σάρα, μεταβαίνει στη Σαουδική Αραβία, πραγματοποιώντας την πρώτη του επίσκεψη στο εξωτερικό μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ.
Η συριακή προεδρία έδωσε στη δημοσιότητα φωτογραφία του αλ Σάρα και του υπουργού Εξωτερικών μέσα σε ιδιωτικό αεροσκάφος, συνοδευόμενη από τη λεζάντα:
«Ο πρόεδρος Σάρα και ο Άσαντ αλ Σιμπάνι μεταβαίνουν στη Σαουδική Αραβία για την πρώτη επίσημη επίσκεψη» στο βασίλειο του Κόλπου. Οι νεο-οθωμανοί τρομοκράτες παριστάνουν την κυβέρνηση.
*τύραννος[ῠ], ὁ, I. 1. απόλυτος άρχοντας, του οποίου η εξουσία δεν περιορίζεται ούτε από τους νόμους ούτε από κάποιο πολιτικό σύστημα, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· δεν είχε εφαρμογή στις παλιές κληρονομικές βασιλείες (βασιλεῖαι), όπως εκείνες του Ομήρου ή της Σπάρτης· σήμαινε μάλλον τον παράνομο τρόπο κατά τον οποίο καταλαμβάνονταν η εξουσία, παρά τον τρόπο κατά τον οποίο εξασκούνταν, επειδή η λέξη τύραννος χρησιμοποιείται και για τον ήπιο Πεισίστρατο, αλλά όχι για τους δεσποτικούς βασιλείς της Περσίας. Παρόλα αυτά, η λέξη σύντομα κατάντησε ονειδιστική, σε Πλάτ. κ.λπ. 2. με ευρύτερη σημασία, ο γιος του τυράννου ή κάθε μέλος της οικογένειας αυτού, σε Σοφ.· ομοίως, ἡ τύραννος ήταν και η βασίλισσα (γυναίκα του τυράννου) και η πριγκίπισσα (κόρη αυτού), σε Ευρ. II. 1. τύραννος, -ον, ως επίθ., βασιλικός, σε Τραγ. 2. αυτοκρατορικός, δεσποτικός, σε Θουκ.· τύραννα δρᾶν, σε Σοφ. (το τύρ-αννος είναι πιθ. από την ίδια ρίζα όπως το κύρ-ιος, κοίρ-ανος).























































