ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Σε μερική ανατροπή της εμμονικής ρητορικής του περί αυτοδυναμίας προέβη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στον ΣΚΑΪ και στον Αλέξη Παπαχελά, καθώς ανέφερε ότι σε περίπτωση μή αυτοδυναμίας «θα σεβαστώ το αποτέλεσμα της κάλπης» αλλά και το Σύνταγμα.
«Το Σύνταγμα είναι απολύτως σαφές: εάν δεν υπάρχει πλειοψηφία, το πρώτο κόμμα οφείλει να διερευνήσει τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Δεν μπορώ να σας πω τίποτα παραπάνω από αυτό. Θα σεβαστώ το Σύνταγμα» διαμήνυσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο πρωθυπουργός δήλωσε επίσης ότι δεν θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος και πως «εμείς πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, θεωρούμε ότι υπηρετούν αυτή τη στιγμή το συμφέρον του τόπου, ειδικά σε μια περίοδο μεγάλης αστάθειας».
Και συμπλήρωσε: «Για σκεφτείτε να είχαμε μία κυβέρνηση συνεργασίας όταν είχαμε την εισβολή στον Έβρο ή αντιμετωπίσαμε άλλες μεγάλες κρίσεις. ‘Αρα, πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να προκύψουν με αυτόν τον εκλογικό νόμο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: το πρώτο κόμμα να είναι πάνω από ένα ορισμένο ποσοστό. Γνωστές οι προϋποθέσεις και οι αριθμητικοί στόχοι για να μπορούμε να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα. Αυτή θα είναι η ατζέντα με την οποία θα οδηγήσω -και θέλω να οδηγήσω- τη Νέα Δημοκρατία στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Αλλά κυρίαρχος είναι ο ελληνικός λαός. Αν ο ελληνικός λαός τελικά μας υποδείξει ότι δεν θέλει αυτοδύναμη κυβέρνηση, τότε θα πρέπει να σχηματιστεί κάποια κυβέρνηση συνεργασίας. Πάντως, η χώρα δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη. Εγώ καθιστώ σαφή τη δική μου προτίμηση, αλλά δεν πρόκειται να «πειράξω» τους κανόνες του παιχνιδιού για να γίνει το δικό μου. Αυτό θα ήταν και παντελώς αντιθεσμικό, δεν μου ταιριάζει καθόλου, αλλά πιστεύω ότι μπορεί να ήταν και τελικά πολιτικά αντιπαραγωγικό».
Σε ερώτηση αν θεωρεί εφικτό για το κυβερνών κόμμα να πάρει 37-38% για να έχει αυτοδυναμία, ο κ. Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι όλες οι δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές του 2023 τοποθετούσαν τη ΝΔ στη ζώνη του 33%, 34% και πήρε 41%.
«Εξίσου έξω έπεσαν και στις εκλογές του 2019. Θεωρώ ότι είναι ένας στόχος εφικτός. Σίγουρα είναι πιο εφικτός αυτός ο στόχος από το να ισχυρίζεται το ΠΑΣΟΚ ότι θα είναι πρώτο κόμμα -το λέω σε αντιδιαστολή. Το έχουμε κάνει δύο φορές, μπορούμε να το κάνουμε. Χρειάζεται πολλή δουλειά; Χρειάζεται πολλή δουλειά», πρόσθεσε.
Ο πρωθυπουργός είπε επίσης επ’ αυτού ότι θα θέσει τα διλήμματα και γιατί θέλει τρίτη τετραετία.
«Όχι μόνο γιατί πετύχαμε αυτά τα οποία είπαμε το 2023, αλλά γιατί στην παρούσα συγκυρία έχει μεγάλη σημασία να υπάρχει σταθερότητα και να υπάρχει μια κυβέρνηση η οποία αντιλαμβάνεται τους διεθνείς συσχετισμούς, γιατί είναι πολύ σημαντικό, και για εμένα προσωπικά θα έλεγα, να μπορούμε να διαχειριστούμε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνούν οι τηλεθεατές μας ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2027, δηλαδή αμέσως μετά τις εκλογές του 2027, η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποιος θα τη διαχειριστεί; Ποια κυβέρνηση; Ποιος Πρωθυπουργός; Πώς θα ολοκληρωθεί η Συνταγματική Αναθεώρηση; Πώς θα πάμε στην Ελλάδα του 2030; Η σταθερότητα δεν σημαίνει στασιμότητα. Σταθερότητα σημαίνει, ναι, σταθερότητα στα γεωπολιτικά, αλλά σημαίνει και σταθερές αυξήσεις μισθών και εισοδημάτων, σταθερή βελτίωση στην παιδεία, στην υγεία. ‘Αρα για εμάς είναι απολύτως κρίσιμο να εξηγήσουμε, αυτή την τρίτη θητεία δεν την επιδιώκουμε γιατί θέλουμε ντε και καλά να καθόμαστε σε αυτή την καρέκλα, αλλά γιατί έχουμε σχέδιο, πρόγραμμα. Κάνουμε την Ελλάδα πιο ισχυρή, έχουμε δώσει τεκμήρια συνέπειας. Δείτε τι είπαμε και τι κάνουμε. Η ανεργία έπεσε στο 7,5% και την παραλάβαμε στο 18%. Η ανεργία των νέων ήταν στο 40%, έχει πέσει στο 13%. Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ξεπέρασε ήδη τα 1.500 ευρώ και ο κατώτατος θα φτάσει μετά βεβαιότητας τα 950 ευρώ. Με αυτή τη ατζέντα εκλεγήκαμε. Ξέρω ότι η ακρίβεια πονάει. Και ξέρω ότι καμία αύξηση μισθού από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα. Αλλά οι μισθωτοί, και ειδικά οι νέοι, είδαν πραγματικές αυξήσεις στα εκκαθαριστικά τους πριν από λίγες μέρες. Υπήρχαν και κάποιοι «έξυπνοι» εργοδότες οι οποίοι αυτές τις αυξήσεις, που είναι αποτέλεσμα μείωσης φόρων, τις «πούλησαν» ωσάν να κάνουν οι ίδιοι αυξήσεις. Όχι. Εγώ θέλω και αυξήσεις ονομαστικών μισθών από τους εργοδότες, αλλά να ξέρουν οι πολίτες ότι αν δουν κάποια παραπάνω ευρώ, όχι αμελητέα σε κάποιες περιπτώσεις, στους νέους μας, στις οικογένειες με παιδιά, αυτά έρχονται επειδή η οικονομία πήγε καλά. Είχαμε πλεόνασμα, επιστρέψαμε αυτό το πλεόνασμα στη μεσαία τάξη -στη μεσαία τάξη, επιμένω, που τόσο μεγάλη σημασία έχει για τη χώρα αλλά και για εμάς πολιτικά-, στις οικογένειες με παιδιά και στους νέους μας. ‘Αρα, αισθάνομαι ότι θα προσέλθω σε αυτή την αναμέτρηση με ήσυχη τη συνείδησή μου, ότι αυτά τα οποία είπαμε -σχεδόν όλα, τα πιο πολλά σίγουρα- τα κάναμε και εκεί που δεν τα καταφέραμε, με θάρρος θα εξηγούμε γιατί δεν τα καταφέραμε και τι μπορούμε να κάνουμε από εδώ και στο εξής», επισήμανε.
Μετά από σχετική ερώτηση κάλεσε όποιον κάνει κριτική στην κυβέρνηση ότι δεν έκανε αυτά που είπε, να υποδείξει ποια είναι αυτά.
«Εγώ σας μίλησα με θάρρος για αυτά που κάναμε και για το πού δεν τα καταφέραμε. Μα ξέρετε, η διακυβέρνηση σήμερα, ειδικά την εποχή των social media, είναι μία πολύ δύσκολη άσκηση. Και βλέπετε πόσο μεγάλη φθορά έχουν όλες οι κυβερνήσεις, διότι τα αρνητικά εκ των πραγμάτων αναπαράγονται πιο εύκολα από τα θετικά. Αν μου λέγατε όμως το 2019, όταν άπειρος έκατσα για πρώτη φορά σε αυτό το γραφείο, ότι επτά χρόνια μετά η Νέα Δημοκρατία θα ήταν 16 μονάδες μπροστά, με υπερδιπλάσιο ποσοστό από το δεύτερο κόμμα, μάλλον δεν θα σας πίστευα τότε ότι θα μπορούσαμε να είχαμε φτάσει σε αυτή την κατάσταση. Οφείλεται και στον πολυκερματισμό της αντιπολίτευσης, αλλά και στο γεγονός ότι κι εμείς κάτι καλό κάναμε για να χτίσουμε μία ευρεία και πλατιά κοινωνική συμμαχία ανθρώπων, που βλέπουν τη δική τους πρόοδο και τη δική τους προκοπή ταυτισμένη με την πρόοδο και την προκοπή της χώρας, και ταυτισμένη με αυτή την κυβέρνηση και με αυτό το κυβερνητικό έργο. ‘Αρα, η ανάγκη για διαρκή βελτίωση είναι θέμα κουλτούρας για εμένα και είναι κάτι το οποίο προσπαθώ να το περνώ πάντα και στους συνεργάτες μου και στα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου», πρόσθεσε.
Για το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», ο πρωθυπουργός διαφώνησε και είπε ότι το δίλημμα είναι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος».
«Όχι, δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος». Είναι λάθος να το λέτε. Αυτό είναι το δίλημμα. Τώρα το τι θα προέλθει από την κάλπη και πώς θα μπορέσει να σχηματιστεί κυβέρνηση, νομίζω ότι πρέπει να απασχολήσει τους πολίτες. Αλλά όχι, εγώ δεν συγκρίνομαι με το χάος. Συγκρίνομαι με τους πολιτικούς μου αντιπάλους. Βλέπω, ας πούμε, αρκετούς συμπολίτες μας που αυτή τη στιγμή μπορεί να στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ, που σε έναν βαθμό μπορεί να συμφωνούν με τις πολιτικές μας και που αιφνιδιάζονται όταν το ΠΑΣΟΚ γίνεται «ουρά» της κας Κωνσταντοπούλου και όταν ταυτίζεται με έναν πιο ακραίο λόγο χωρίς προτάσεις, γιατί δεν έχουν συνηθίσει αυτό από το ΠΑΣΟΚ. ‘Αρα, για εμένα αυτό το δίλημμα είναι ένα ψεύτικο δίλημμα. Έχω συγκεκριμένους αντιπάλους, όλους τους σέβομαι. Δυσκολεύομαι μερικές φορές, δεν σας κρύβω, ως παλαιότερος κοινοβουλευτικός, σε μια Βουλή όπου πια όλα φαίνεται να παίζουν για την ατάκα του TikTok των 10 δευτερολέπτων και δυσκολευόμαστε να κάνουμε μία ουσιαστική συζήτηση σε βάθος. Εγώ δεν είμαι «πολιτικός της ατάκας». Θα χρησιμοποιήσω και την ατάκα όταν χρειάζεται, αλλά δεν είναι αυτό το χαρακτηριστικό μου. Τα θέματα τα οποία συζητάμε σήμερα είναι σύνθετα. Πρέπει να τα εξηγήσουμε με απλά λόγια στον ελληνικό λαό. Ειδικά τα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Δεν μιλήσαμε για την Ευρώπη και για τον ρόλο της Ελλάδος στην Ευρώπη αλλά θεωρώ πάρα πολύ καθοριστική αυτή τη συζήτηση, γιατί η Ελλάδα έχει βγει πολύ μπροστά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις…», συμπλήρωσε.
Για Τραμπ και ελληνοτουρκικά
«Δεν έχω κάποια επίσημη ενημέρωση αν επίκειται κάποιο ταξίδι του Προέδρου Τραμπ στην πατρίδα μας, κ. Παπαχελά. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία συζητιούνται πάντα, αλλά δεν έχω να σας πω κάτι περισσότερο επ’ αυτού. Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω είναι ότι σε αυτόν τον κόσμο, γεμάτο αβεβαιότητες, είναι απολύτως κατανοητό και η ελληνική κοινωνία να ανησυχεί για το πού πηγαίνουμε συνολικά ως χώρα, πού πηγαίνει η Ευρώπη, πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη στην τηλεόραση του ΣΚΑΙ , σε ερώτηση αν επίκειται ταξίδι του προέδρου των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Σχετικά με όσους εκφράζουν ανησυχία περί αμερικανικής μεσολάβησης με δεδομένη τη συχνή επικοινωνία του Αμερικανού Προέδρου με τον Τούρκο Πρόεδρο, ο πρωθυπουργός τόνισε πως δεν συμμερίζεται καθόλου αυτές τις ανησυχίες. Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε πως η Ελλάδα έχει μια στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και πως γνωρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ από την εποχή της πρώτης θητείας του.
«Οι στρατηγικές σχέσεις Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο καλύτερο σημείο που ήταν ποτέ. Και πρέπει κάποιος να αντιληφθεί ότι όταν μιλάμε για στρατηγικές σχέσεις της Ελλάδος με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναφερόμαστε μόνο στις σχέσεις που έχουμε με τον Πρόεδρο Τραμπ και το Γραφείο του, αναφερόμαστε και σε διαχρονικές και σταθερές σχέσεις που έχουμε με το Κογκρέσο και με τους υπόλοιπους πόλους εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες», συνέχισε ο πρωθυπουργός ο οποίος υπογράμμισε πως οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι αυτοτελείς.
«Θα έχω την ευκαιρία να βρεθώ στην ‘Αγκυρα τις επόμενες εβδομάδες και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ -και νομίζω ότι αυτή την άποψη συμμερίζεται και η Τουρκία- ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες», υπογράμμισε.
Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι η συνάντηση με τον κ. Ερντογάν θα γίνει πριν τις 15 Φεβρουαρίου ενώ για το ενδεχόμενο να γίνει συζήτηση για μία λύση στο Αιγαίο ανέφερε τα εξής: «Από τότε που υπογράψαμε πριν από δύο και πλέον χρόνια τη Διακήρυξη των Αθηνών, θεωρώ ότι έχουμε κάποια σημαντικά κεκτημένα τα οποία δεν πρέπει να τα αμελούμε. Υπάρχει μια πολύ σημαντική μείωση της έντασης, ειδικά στον αέρα, σε επίπεδο παραβιάσεων και παραβάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου, έχουμε δει έναν σημαντικότατο περιορισμό. Έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία με την Τουρκία στα ζητήματα του μεταναστευτικού. Έχουμε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους επισκέπτες οι οποίοι εκμεταλλεύονται το καθεστώς της γρήγορης βίζας για να στηρίζουν τον τουρισμό μας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και έχουμε οικοδομήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας έτσι ώστε να μπορούμε, εάν ο μη γένοιτο προέκυπτε οποιαδήποτε ένταση, να την εκτονώσουμε σχετικά γρήγορα. Από την άλλη, δεν τρέφω αυταπάτες. Το μείζον ζήτημα, η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία και μόνο: αυτή είναι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όσο η Τουρκία προσθέτει σε αυτό το «μενού» και άλλα θέματα καταλαβαίνετε ότι το να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτή την κατεύθυνση είναι κάτι το οποίο σε αυτή τη συγκυρία το θεωρώ δύσκολο. Παρά ταύτα, εγώ κρατώ τη δήλωση του κ. Φιντάν ως μια θετική αναγνώριση ότι η Τουρκία ενδεχομένως μπορεί και να εξετάζει κάποια από τα πάγια θέματά της να μην τα αναδεικνύει με την ίδια ένταση που το έκανε στο παρελθόν. Βέβαια, μετά την δήλωση Φιντάν είχαμε τις πάγιες θέσεις του τουρκικού Υπουργείου ‘Αμυνας. Αυτά δεν είναι πράγματα τα οποία με εκπλήσσουν. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι μπορώ να συνομιλώ απευθείας με τον Πρόεδρο Ερντογάν πιστεύω ότι μόνο καλό είναι, διότι προφανώς δεν συζητούμε μόνο τα ελληνοτουρκικά. Η Ελλάδα θα είχε κάθε διάθεση να αναπτύξει και περισσότερες πρωτοβουλίες στην ευρύτερη περιοχή. Θα μπορούσαμε να δούμε το ζήτημα μιας ευρύτερης περιφερειακής διάσκεψης που να εμπλέκει και την Τουρκία. Είμαστε γείτονες, «καταδικασμένοι» από τη γεωγραφία να συνυπάρχουμε και πρέπει σταθερά να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας».
Ερωτηθείς για τα «αγκάθια» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις «γκρίζες ζώνες» και το θέμα της αποστρατικοποίησης, ο πρωθυπουργός τόνισε πως είναι θέματα τα οποία δεν υφίστανται και πως γι’ αυτό εμείς δεν πρόκειται ποτέ να μπούμε σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση, κάτι που θα πρέπει η Τουρκία να το καταλάβει.
«Η Τουρκία πρέπει επίσης να αντιληφθεί ότι μία επίλυση της μεγάλης μας διαφοράς μαζί της θα είχε και άλλα παράπλευρα οφέλη ως προς τη δυνατότητα της Τουρκίας να προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη συμμετοχή της -γιατί όχι;- σε κάποια μελλοντικά προγράμματα, τα οποία θα χρηματοδοτούν την αμυντική της βιομηχανία με ευρωπαϊκούς πόρους. Αλλά εμείς ήμασταν απολύτως σαφείς: όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Και παρά την αμφισβήτηση κάποιων ότι αυτή η στάση μας είχε ουσιαστική αξία, απεδείχθη εκ του αποτελέσματος ότι μπορέσαμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο μας», συμπλήρωσε.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι ο στόχος μας δεν αποκλείει στο διηνεκές την Τουρκία από μια πιο ισχυρή συνεργασία με την Ευρώπη.
«Στόχος μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το διαπραγματευτικό μας χαρτί για να πείσουμε την Τουρκία ότι αυτές οι διεκδικήσεις είναι παντελώς άστοχες, αχρείαστες. Και, εν πάση περιπτώσει, τριάντα και πλέον χρόνια πια μετά την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του 1995, όταν μιλάμε για καλές σχέσεις μεταξύ γειτόνων τι νόημα μπορεί να έχει το casus belli; Έχουμε αρκετά προβλήματα στην περιοχή μας και στον κόσμο γενικότερα ώστε να προσθέτουμε και άλλα», διαμήνυσε.
Σχετικά με την πρόσφατη NAVTEX της Τουρκίας που λέει ότι στο Αιγαίο δεν θα επιτρέψει κανενός είδους έρευνα χωρίς κάποιο συντονισμό, ο πρωθυπουργός απάντησε πως έχουμε την πάγιά μας θέση γι’ αυτές τις NAVTEX και για τον παράνομο νομικά χαρακτήρα τους.
«Και σίγουρα η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν αν, παραδείγματος χάρη, θέλει να κάνει μία ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ ελληνικών νησιών στο Αιγαίο. Νομίζω ότι επαναλαμβάνονται από τις τουρκικές γραφειοκρατίες, μερικές φορές θα έλεγα και λίγο αυτιστικά, πάγιες θέσεις. Αλλά σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι αν ο Πρόεδρος Ερντογάν πραγματικά θέλει να αφήσει αυτό το κεφάλαιο στο παρελθόν και να μπορέσουμε να εστιάσουμε στο μέλλον, αν υπάρχει αυτή η επιθυμία, τότε εγώ θα ήμουν προφανώς διατεθειμένος να μπω ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση. Αν με ρωτάτε πόσο πιθανό είναι, δεν το θεωρώ πολύ πιθανό στην παρούσα συγκυρία», τόνισε.
Σε επόμενη ερώτηση ειδικά για την περίπτωση της Κάσου και αν η Τουρκία εφάρμοσε αυτό το δόγμα και γι’ αυτό σταμάτησε η έρευνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε «όχι, σε καμία περίπτωση» και διευκρίνισε ότι «δεν υπήρξε καμία εκκρεμότητα στην Κάσο, ούτε δημιουργήθηκε και κάποιο τετελεσμένο στην Κάσο», σημειώνοντας πως αυτό είναι κάτι που το Υπουργείο Εξωτερικών έχει εξηγήσει με απόλυτη σαφήνεια.
Για το ενδεχόμενο επέκτασης των χωρικών υδάτων στην Κρήτη ή στα ηπειρωτικά, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι η Ελλάδα επί αυτής της κυβέρνησης έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο.
«Μεγάλωσε η Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια και το δικαίωμα επέκτασης ως τα 12 μίλια, όπως κατοχυρώνεται από το Διεθνές Δίκαιο, είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας, το οποίο θα ασκηθεί όταν κρίνουμε ότι είναι οι πιο κατάλληλες συνθήκες. Βέβαια οφείλω να επισημάνω ότι εδώ και δεκαετίες η Ελλάδα δεν είχε ασκήσει καθόλου αυτό το δικαίωμα. Για πρώτη φορά το κάναμε εμείς στο Ιόνιο. Δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο δημόσια για το ζήτημα αυτό, παρά μόνο να επαναλάβω ότι είναι ένα μονομερές δικαίωμα της πατρίδας μας, το οποίο σίγουρα δεν απαιτεί την έγκριση κανενός άλλου προκειμένου να ασκηθεί. Από την άλλη, πρέπει να έχουμε μια αίσθηση ότι όταν μιλάμε για το Αιγαίο και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα δεν είναι ζήτημα που αφορά προφανώς μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο για το ζήτημα αυτό», συμπλήρωσε.
Σε ερώτηση αν υπάρχει στο μυαλό του μια λύση για την Τουρκία, η οποία είναι εθνικά αποδεκτή και ταυτόχρονα πολιτικά διαχειρίσιμη, ο πρωθυπουργός ανέφερε πως ναι, υπάρχει λύση η οποία μπορεί να συμφωνηθεί με την Τουρκία.
«Καταρχάς, μπορεί η λύση από μόνη της να είναι η παραπομπή της διαφοράς μας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Αλλά, προφανώς, καταλαβαίνετε ότι όσο υπάρχει στο τραπέζι η «θεωρία των γκρίζων ζωνών», όσο, δηλαδή, έστω και εμμέσως αμφισβητείται κυριαρχία, όχι κυριαρχικά δικαιώματα ελληνικών νησιών στο Αιγαίο και όσο επικρέμεται, από πάνω μας, μια απειλή πολέμου, είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Εγώ θα κρατήσω ότι η δήλωση του κ. Φιντάν ήταν ένα δειλό βήμα, θα έλεγα, στη σωστή κατεύθυνση. Αλλά περισσότερα θα μπορώ να σας πω μετά τη συνάντηση που θα έχω με τον κ. Ερντογάν», πρόσθεσε.
Σε άλλη ερώτηση αν υπήρχαν ευκαιρίες που χάσαμε για μια συμφωνία με την Τουρκία, ο κ. Μητσοτάκης είπε πως ενδεχομένως στο παρελθόν να υπήρχαν οι ευκαιρίες, σε εποχές μικρότερης έντασης, να μπορούμε να επιλύσουμε αυτή τη μεγάλη διαφορά.
«Αλλά το ζητούμενο εδώ δεν είναι τι έγινε στο παρελθόν, είναι τι γίνεται τώρα. Και η δική μου υποχρέωση, ως Πρωθυπουργός της χώρας, είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα να ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση της πατρίδας μας, να κρατάω τη χώρα μας ασφαλή. Εμείς δεν επενδύσαμε ποτέ στη στασιμότητα ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Έγιναν πολύ σημαντικές κινήσεις τον τελευταίο χρόνο, και με τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και με τον εθνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και με την ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός σημαντικού γεωστρατηγικού «παίκτη» στον τομέα της ενέργειας. ‘Αρα, η Ελλάδα κινείται, η Ελλάδα εξοπλίζεται, όχι γιατί οι εξοπλισμοί μας πρέπει να είναι σε μόνιμη αντιδιαστολή με αυτά τα οποία κάνει η Τουρκία, αλλά γιατί έχουμε μια υποχρέωση να θωρακίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας, γιατί ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής. ‘Αρα, εμείς δεν περιμένουμε να δούμε ένα παράθυρο ευκαιρίας με την Τουρκία χωρίς να επενδύουμε στη δική μας ισχύ. Ξέρετε, η Ελλάδα είναι χώρα προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο. ‘Αρα, εμείς θα υπερασπιζόμαστε την ισχύ των αξιών μας, αλλά έχει έρθει η ώρα να επενδύσουμε και στην αξία της ισχύος μας. Και τα δύο πρέπει να συμβαίνουν ταυτόχρονα και αυτή την πολιτική υπηρετεί η χώρα μας», πρόσθεσε.
Για Ισραήλ
Για τις σχέσεις μας με το Ισραήλ, ο πρωθυπουργός ανέφερε πως οικοδομήθηκαν από αρκετές προηγούμενες κυβερνήσεις και έκανε λόγο για σχέση με μεγάλο στρατηγικό βάθος.
«Συνδέεται, προφανώς, και με τη σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έβλεπα τη σχέση αυτή ως μία ανταγωνιστική σχέση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας ή μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας. Και αν κάποιοι προσπαθούν να την παρουσιάσουν με αυτόν τον τρόπο, πιστεύω ότι κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, είναι μία χώρα η οποία επιδιώκει με το Ισραήλ μια στρατηγική σχέση στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Ήδη έχουμε κάνει σημαντικές επενδύσεις και πιστεύω ότι, ειδικά σε συστήματα που έχουν να κάνουν με την αεράμυνα, μπορούν να γίνουν πολλές περισσότερες, με σημαντική προστιθέμενη αξία. Η Ελλάδα υποδέχεται παραπάνω από 1 εκατομμύριο επισκέπτες από το Ισραήλ. Το Ισραήλ είναι μία χώρα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή σε ζητήματα όπως η αγροτεχνολογία, η διαχείριση των υδάτων. ‘Αρα, μην βλέπουμε τη σχέση μας με το Ισραήλ μόνο μέσα από το στενό πλέγμα της γεωπολιτικής διάστασης. Υπάρχει μία οικονομική διάσταση, υπάρχει μία διάσταση που αφορά τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Το Ισραήλ χρειάζεται ένα «πάτημα» για να μπει στην ευρωπαϊκή αγορά. ‘Αρα, είναι μία σχέση με βάθος και με μεγάλο πλάτος, στην οποία, ναι, και εγώ προσωπικά έχω επενδύσει πολλά. Αλλά δεν είναι μονοσήμαντη. Δείτε τις σχέσεις που έχουμε με τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου. Σε λίγες εβδομάδες θα πάω στην Ινδία. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη η οποία μίλησε για την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να έρθει κοντά με την Ινδία. Έχουμε απευθείας πτήση τώρα μεταξύ Ινδίας και Ελλάδας. Οι προοπτικές που ανοίγονται για την ελληνική οικονομία είναι τεράστιες. Λίγο πριν πάω στην Ινδία θα βρεθώ στο ‘Αμπου Ντάμπι. Έχω στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. ‘Αρα, η σχέση μας με το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν έχει δράσει ανταγωνιστικά προς τα πολύ μεγάλα ανοίγματα τα οποία έχει κάνει η Ελλάδα στον αραβικό κόσμο, διότι οι χώρες αυτές αποκτούν μία αυξημένη ισχύ σε έναν κόσμο όπου πολλές από τις σταθερές του παρελθόντος δεν ισχύουν πια», ανέφερε.
Για Ουκρανία
Για την κριτική για τη στάση μας υπέρ της Ουκρανίας, ο πρωθυπουργός τόνισε πως ήταν μια θέση η οποία υποδείχθηκε όχι μόνο από την προσήλωση στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και από στενά εθνικά συμφέροντα. «Αλίμονο αν η Ελλάδα δεν στήριζε τον αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθέμενο, ο οποίος εποφθαλμιά διεκδικήσεις. Με τι ηθικό ανάστημα θα μπορούσαμε εμείς, ω μη γένοιτο, να ζητήσουμε μια αντίστοιχη στήριξη, όταν έχουμε απέναντί μας έναν γείτονα μεγαλύτερο, ο οποίος στο παρελθόν έχει εκφράσει μία, θα έλεγα, ενίοτε επιθετική ρητορική απέναντι στη χώρα μας; Αλλά θέλω να θυμίσω ότι οι ίδιοι οι οποίοι μας ασκούσαν αυτή την κριτική, θεωρούσαν ότι η Ελλάδα δεν θα έχει κανέναν δίαυλο επικοινωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι περίπου θα ήμασταν αποκλεισμένοι από τη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ», τόνισε. Και υπογράμμισε: «Η ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός κρίσιμου «παίκτη» στο νέο ενεργειακό «γήπεδο» το οποίο διαμορφώνεται, έχει πάρα πολύ μεγάλη γεωπολιτική αξία για τη χώρα μας. Ερχόμαστε εμείς ως Ελλάδα και λέμε: «εμείς έχουμε τις υποδομές, δημιουργούμε αυτόν τον Κάθετο Διάδρομο». Είδατε ότι ήδη τα πρώτα συμβόλαια υπογράφονται. Αυτό δεν έχει μόνο οικονομικό όφελος για την πατρίδα μας, είναι κατεξοχήν ένας πολλαπλασιαστής ισχύος και σταθερότητας στην περιοχή μας, όταν η Ελλάδα αναδεικνύεται σε έναν κρίσιμο «παίκτη» για μία πολιτική η οποία είναι προς όφελος τελικά και της Ευρώπης. Διότι εμείς τι είπαμε; Θέλουμε να απεξαρτηθούμε από το ρωσικό φυσικό αέριο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να πουλήσουν αέριο κι εμείς μπορούμε να είμαστε μία «γέφυρα» ώστε αυτό το στρατηγικό σχέδιο να γίνει πράξη. ‘Αρα, αποδίδω πολύ μεγάλη σημασία σε αυτές τις συμφωνίες και νομίζω ότι καταρρίπτουν και με μεγάλη ευκολία τα επιχειρήματα ότι δήθεν εμείς δεν είχαμε κανέναν δίαυλο επικοινωνίας με τη νέα κυβέρνηση…».
Για τα ενεργειακά
Για τον Κάθετο Διάδρομο, ο κ. Μητσοτάκης είπε πως είναι ιδιωτικές συμφωνίες και υπενθύμισε ότι υπάρχουν κρατικές υποδομές όπως της ΔΕΠΑ και ιδιωτικές όπως το FSRU στην Αλεξανδρούπολη.
«Πρακτικά υπάρχει ένας Κάθετος Διάδρομος με δύο παρακλάδια: το ένα αφορά τη Ρεβυθούσα, το άλλο αφορά την Αλεξανδρούπολη. Είναι σημαντικό και τα δύο να είναι οικονομικά ανταγωνιστικά. Αλλά προφανώς δεν μιλάμε μόνο για ιδιωτικές συμφωνίες, μιλάμε για μία στρατηγική κατεύθυνση, η Ελλάδα να μπορεί να είναι πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για χώρες μέχρι τη Ρουμανία. Και τονίζω μέχρι τη Ρουμανία, διότι στον βορρά υπάρχουν χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Βόρεια Μακεδονία, η Σερβία. Η Ελλάδα καθίσταται καθοριστικός «παίκτης» πια για την ενεργειακή ασφάλεια αυτών των χωρών. Και αυτό προφανώς είναι κάτι το οποίο ουσιαστικά και συνολικά αναβαθμίζει την πατρίδα μας», σημείωσε.
Η σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» αποτέλεσε κεντρική προτεραιότητα της δεύτερης τετραετίας – Το ψηφιακό κράτος η σημαντικότερη μεταρρύθμιση
Αναφερόμενος σε θέματα εσωτερικής επικαιρότητας και ερωτηθείς για τη διάταση που αφορούσε την κα Κεφαλογιάννη, ο πρωθυπουργός αποσαφήνισε ότι αυτή η διάταξη πέρασε από την κανονική νομοθετική διαδικασία στις Επιτροπές, στην Ολομέλεια.
«Ψηφίστηκε από πολύ περισσότερους βουλευτές από την κυβερνητική πλειοψηφία. Την εισηγήθηκε το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Θεωρώ ότι είναι μια σωστή διάταξη, διότι ουσιαστικά μας υποχρεώνει να ξαναδούμε ζητήματα τα οποία αφορούν στη συνεπιμέλεια, νόμο της Νέας Δημοκρατίας, που νομίζω ότι, τέσσερα χρόνια μετά πια, το Υπουργείο έχει άποψη στον βαθμό στον οποίο πρέπει ενδεχομένως να γίνονται κάποιες τροποποιήσεις. Και αυτή ήταν η πρώτη κίνηση η οποία έγινε. Το πώς έγινε χρήση της διάταξης εγώ δεν θα το σχολιάσω, γιατί είναι και ένα, θα έλεγα, ζήτημα το οποίο είναι προσωπικό, υπάρχουν και παιδιά στη μέση. Εγώ θα μείνω στην ορθότητα της διάταξης αυτής καθ’ εαυτής», πρόσθεσε.
Σε επόμενο παρεμφερές ερώτημα σημείωσε πως η διάταξη ήταν του Υπουργείου Δικαιοσύνης. «Και θα μπορούσα να ακούσω αυτή την κριτική αν η διάταξη ήταν εσφαλμένη. Τώρα, το πώς έγινε χρήση αυτής της διάταξης αυτό είναι ένα άλλης τάξης…», συμπλήρωσε ενώ είπε πως δεν θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστικά ζήτημα νομοθέτησης, στον βαθμό που δεν ήρθε κάποια τροπολογία εκπρόθεσμη και η διάταξη αυτή ήταν στις Επιτροπές, ήρθε στην Ολομέλεια και κανείς δεν ασχολήθηκε τότε.
«Ασχολήθηκαν μόνο εκ των υστέρων, όταν αντελήφθησαν ότι μια υπουργός μας ωφελήθηκε από αυτή τη διάταξη. Από εκεί και πέρα, διαχωρίζω τη χρήση της διάταξης από τη διάταξη αυτή καθ’ εαυτή. Και ξέρω πολύ καλά ότι όταν κατέχουμε ένα δημόσιο αξίωμα, μερικές φορές δεν πρέπει να στεκόμαστε μόνο στην ουσία αλλά πρέπει να προσέχουμε και τις εντυπώσεις», σημείωσε.
Ερωτηθείς αν θα έχει κάποιες πολιτικές επιπτώσεις αυτό απάντησε αρνητικά «από τη στιγμή που θεωρώ ότι η διάταξη είναι ορθή.
Μετά από σχετική ερώτηση για χρόνιες παθογένειες, ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε πως η σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» αποτέλεσε κεντρική προτεραιότητα της δεύτερης τετραετίας.
«Έχουμε να επιδείξουμε, πιστεύω, πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Η σημαντικότερη ίσως είναι το ψηφιακό κράτος, το gov.gr, το οποίο έχει απλοποιήσει τις σχέσεις του πολίτη με τη γραφειοκρατία και έχει ουσιαστικά απομακρύνει και πολλά επίπεδα μικρής διαφθοράς. Η επιτάχυνση της έκδοσης των συντάξεων, η μετάπτωση των πολεοδομιών στο Κτηματολόγιο και πάρα πολλές άλλες μεταρρυθμίσεις που έχουν να κάνουν με τη δομή του κράτους. Η αξιολόγηση, πια, των δημοσίων υπαλλήλων. Το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι παίρνουν μπόνους ανάλογα με την απόδοσή τους. Κάθε μία από αυτές τις μεταρρυθμίσεις, αποτελεί σύνθετη άσκηση, η οποία χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη επιμονή και υπομονή. Κερδίζουμε μάχες, χάνουμε και μάχες», συνέχισε.
Και πρόσθεσε, με αφορμή και την ανακοίνωση που έκανε σήμερα για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ότι το 2030 είναι για τον ίδιο σημαντικό ορόσημο.
«Το 2030 θα κλείσουμε 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Γιορτάζουμε το 1821, την έναρξη του πολέμου της Ανεξαρτησίας, τον Φεβρουάριο του 1830 δημιουργήθηκε το νέο ελληνικό κράτος. Και θα έλεγα ότι φιλοδοξία μου και μέσα από τη Αναθεώρηση, αλλά όχι μόνο, είναι πια το 2030 να έχουμε κλείσει όλες τις εκκρεμότητές μας με το πελατειακό κράτος, του οποίου η ληξιαρχική πράξη γέννησης γράφτηκε πριν από δύο αιώνες. Εδώ παλεύουμε με παθογένειες οι οποίες δεν είναι τωρινές. Δεν πίστευα ποτέ και δεν πιστεύω ότι θα κερδίσουμε από την πρώτη στιγμή όλες αυτές τις μάχες. Έχουμε κερδίσει πολλές, όμως. Έχουμε δώσει δείγματα γραφής. Για να μην αποφύγω και δύσκολα ερωτήματα: ο ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν μία χαμένη μάχη που δώσαμε, με ένα βαθύ και προβληματικό σύστημα, και αναγκαστήκαμε να κόψουμε τον γόρδιο δεσμό. Αλλά δεν έχω πια καμία αμφιβολία ότι το γεγονός ότι οι πληρωμές θα γίνονται από την ΑΑΔΕ δίνει πολύ μεγάλα και πολύ αυξημένα εχέγγυα διαφάνειας αλλά και δικαιοσύνης στον τρόπο με τον οποίο θα γίνονται αυτές οι πληρωμές. ‘Αρα, οι μάχες είναι πολλές αυτές που δόθηκαν, αρκετές κερδήθηκαν, κάποιες χάθηκαν. Έχουμε να δώσουμε πολλές ακόμα. Και η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι μία ευκαιρία τα κόμματα να τοποθετηθούν επί της ουσίας των προτάσεών μας. Θα συνδέσουμε τη μονιμότητα με την αξιολόγηση; Κρίσιμο ζήτημα. Θα βάλουμε στο Σύνταγμα μία διάταξη και μία τέτοια διατύπωση που να διασφαλίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα, ώστε να μην επιστρέψουμε ποτέ πια στην εποχή των ελλειμμάτων που οδήγησαν στη χρεοκοπία της χώρας; Αναφέρω λίγα μόνο παραδείγματα. Πώς θα αλλάξουμε το άρθρο 86 -για το οποίο εγώ έχω αγωνιστεί από το 2006 να το αλλάξουμε- με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να μην κάνει η Βουλή τον δικαστή, αλλά να επιστρέψει το έργο της άσκησης της δίωξης εκεί όπου θα έπρεπε να είναι εξαρχής, δηλαδή στη Δικαιοσύνη», υπογράμμισε.
Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε πως η κυβέρνηση προσπάθησε πολλές φορές αλλά υπήρχαν εξαρτήσεις από εταιρείες του ιδιωτικού τομέα ότι αν το ακουμπήσεις δεν θα πληρωθεί κανείς. «Ήταν τέτοιες που πράγματι φοβηθήκαμε τις πολύ τολμηρές αλλαγές και τις κάναμε όταν είδαμε ότι δεν μπορούσαμε πια να κάνουμε τίποτα διαφορετικό. Και περάσαμε από μεγάλη κρίση. Θυμάστε, οι αγρότες 50 μέρες στον δρόμο, καθυστερήσεις στις πληρωμές. Έπρεπε να γίνει όμως. Εκ των υστέρων, με αυτά τα οποία ξέρω, προφανώς θα ήθελα να κάνουμε αυτή την αλλαγή νωρίτερα, αλλά δεν μπορούμε να κατηγορηθούμε ότι δεν την κάναμε. Κι έχει πολύ ενδιαφέρον ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν στήριξαν ουσιαστικά τη μετάπτωση στην ΑΑΔΕ, όταν αυτή είναι μια βαθιά διαρθρωτική αλλαγή, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να έχουμε ουσιαστικό και ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα στη χώρα μας», συμπλήρωσε.
Η Ελλάδα να ανατάξει τα συστήματα αεροναυτιλίας για να υποδεχόμαστε τα διπλάσια αεροπλάνα από αυτά που υποδεχόμαστε τώρα
Για το ζήτημα με την εναέρια κυκλοφορία και πριν «σκάσει» το ζήτημα με το blackout, είπε ότι είχαμε ένα πολύ αναλυτικό σχέδιο δράσης, σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
«Πέφτουμε, όμως, πολύ συχνά ξέρετε, σε δυσχέρειες που έχουν να κάνουν με κρατικούς διαγωνισμούς, με τον ρόλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου -δεν τον κρίνω, εν προκειμένω, μπορεί να έχει δίκιο- και με μία «βαριά» διαδικασία η οποία, στο όνομα της διαφάνειας και καλώς, οδηγεί πολλές φορές σε καθυστερήσεις, προσφυγές ανταγωνιστών. Εκ των πραγμάτων, για κρίσιμα έργα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να το αντιμετωπίσουμε. Τώρα κάνουμε ένα bypass για το ζήτημα αυτό. Δεν μου αρέσει κατ’ ανάγκη θεσμικά αυτό το οποίο κάνουμε, να χρησιμοποιήσουμε ιδιωτικές δωρεές για να λύσουμε το πρόβλημα, όμως η Ελλάδα χρειάζεται χθες να μπορέσει να ανατάξει τα συστήματα αεροναυτιλίας, όχι γιατί υπάρχει κίνδυνος στην ασφάλεια πτήσεων, να το ξεκαθαρίζω αυτό, αλλά διότι τα νέα συστήματα θα μας επιτρέπουν να υποδεχόμαστε τα διπλάσια αεροπλάνα από αυτά που υποδεχόμαστε τώρα. Υπογράψαμε πριν από δύο μέρες στο Ηράκλειο τη νέα σύμβαση για την αεροναυτιλία, γιατί έπρεπε να ξεπεράσουμε το εμπόδιο ότι εκεί που θα έμπαιναν τα ραντάρ βρήκαμε ένα πάρα πολύ σημαντικό Μινωικό ταφικό μνημείο, το οποίο πρέπει να το αναδείξουμε. Μπορούμε να κάνουμε και τα δύο. Θα χρειαστεί να πάμε στο Συμβούλιο της Επικρατείας τελικά. Όλα αυτά τονίζω ότι δεν είναι απλές υποθέσεις. Είναι περίπλοκες εργασίες που θέλουν πολλή υπομονή και αυτό το οποίο βλέπετε εσείς πολλές φορές ως αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης, έχει πάρα πολλή δουλειά πριν. «Απλώστε», λοιπόν, αυτό το θέμα επί 100, για να καταλάβετε πόσα είναι τα μεγάλα μεταρρυθμιστικά έργα που «τρέχουν», για να καταλάβετε την περιπλοκότητα αυτής της άσκησης και γιατί, θα έλεγα, ότι δεν είναι ασυνήθιστο να υπάρχουν και περιπτώσεις όπου δυστυχώς δεν θα τα καταφέρουμε ή θα κάνουμε λάθη ή θα πρέπει να «ανακρούσουμε πρύμναν». Αλλά το σημαντικό είναι: τα αναγνωρίζουμε; Με σεμνότητα, λέμε «ναι, εδώ έγινε λάθος». Κοιτάμε να μάθουμε από τα λάθη μας για να γίνουμε καλύτεροι ή τα επαναλαμβάνουμε;», ανέφερε.
Για το ζήτημα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι αυτή η Βουλή είναι η προτείνουσα και η επόμενη θα διατυπώσει τελικά το άρθρο 103 του Συντάγματος, «το οποίο σήμερα κατοχυρώνει τη μονιμότητα με έναν τέτοιο τρόπο που να απαντιέται αυτός ο εύλογος προβληματισμός».
Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι σήμερα δεν υπάρχει η έννοια της αξιολόγησης στο Σύνταγμα, όπως δεν υπάρχει η έννοια της κλιματικής κρίσης, η έννοια της τεχνητής νοημοσύνης και εξακολουθεί να υπάρχει η «σκληρή» απαγόρευση για μη κρατικά πανεπιστήμια.
«Όλες αυτές είναι προβλέψεις οι οποίες έρχονται από τον 20ό αιώνα. Έχει έρθει η ώρα, με θάρρος και με διάθεση συναίνεσης, να καθίσουμε να συζητήσουμε τα θέματα αυτά. Εγώ βλέπω σε αυτή τη συζήτηση μία ευκαιρία να φύγουμε από αυτό το πεδίο της σκληρής κομματικής περιχαράκωσης, όπου κανείς δεν συζητάει με κανέναν, όλοι θέλουν να κάνουν μόνοι τους, όλοι ξέρουν τι δεν θέλουν -μόνο εμείς ξέρουμε ως παράταξη τι θέλουμε να κάνουμε- να τοποθετηθούν όλοι επί της ουσίας των διατάξεων. Και επειδή έχω συμμετάσχει ως νέος βουλευτής στην Επιτροπή του 2005- 2006, θέλω να πιστεύω ότι τα κόμματα τουλάχιστον αυτή την Επιτροπή, γιατί είναι μια κοινοβουλευτική διαδικασία αυτή, δεν είναι κυβερνητική, θα την αντιμετωπίσουν με τη δέουσα σοβαρότητα», σημείωσε.
Για το άρθρο 86, ο κ. Μητσοτάκης υπενθυμίζει ότι η προθεσμία παραγραφής έχει αλλάξει από αυτή την κυβέρνηση και πρόσθεσε: «Το βασικό πρόβλημα είναι η ίδια η λειτουργία της προανακριτικής επιτροπής. Δεν μπορεί να έχουμε την απαίτηση από τη Βουλή να κάνει τη δουλειά που θα έκανε ένας εισαγγελέας, και ειδικά όταν σε αυτό μπαίνουν και κομματικές παράμετροι, αναπόφευκτες στο πολιτικό «παίγνιο». Χωρίς να θέλω να μιλήσω με λεπτομέρεια για το ζήτημα αυτό, η άποψή μου είναι σαφής, ότι η δίωξη δεν μπορεί να ασκείται από τη Βουλή, από μία προανακριτική επιτροπή, πρέπει να ασκείται από εισαγγελείς. Πρέπει να υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας, μπορεί να υπάρχει ένας ρόλος για τη Βουλή, αλλά δεν μπορεί η Βουλή να κάνει προανάκριση και τελικά να είναι αυτή η οποία τεκμηριώνει την άσκηση δίωξης».
Αναφερόμενος στην προσπάθεια συναίνεσης ο κ. Μητσοτάκης είπε αρχικά ότι η πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας για μία σειρά από επαφές είναι απολύτως σωστή, ότι τον είχε προφανώς ενημερώσει προφανώς και ότι δεν χρειάζεται την άδειά του για μια τέτοια πρωτοβουλία. «Εγώ δεν επεδίωξα ποτέ να μην έχω και προσωπικές και ενίοτε και διακριτικές, όπως θα έπρεπε να είναι, επαφές με προκατόχους μου. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι το οποίο πάντα, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να είναι χρήσιμο. Εγώ δεν είμαι ποτέ αυτός ο οποίος από τη φύση μου θα πω πράγματα από τα οποία θα είναι πολύ δύσκολο κάποιος να επιστρέψει», πρόσθεσε.
Η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης
Για τις σχέσεις Ευρώπης – ΗΠΑ, ο πρωθυπουργός δήλωσε πως θεωρεί την Αμερική φίλο και θα εξακολουθεί να προστατεύει και να υπερασπίζεται τη διμερή στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Όμως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι όλα αυτά τα οποία έγιναν το τελευταίο διάστημα ήταν ένα πολύ απότομο και, θα έλεγα, έντονο «ξυπνητήρι» για την Ευρώπη. Τολμώ να πω ότι ως Ελλάδα βρεθήκαμε μπροστά από τις εξελίξεις σε πολλά από αυτά τα οποία έγιναν. Μεταναστευτικό: όταν το 2020 κλείσαμε τα σύνορα και είπαμε δεν θα μπει κανείς, μάς ασκήθηκε δριμεία κριτική από ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής ελίτ γι’ αυτά τα οποία κάναμε. Η Ευρώπη άλλαξε άποψη για το μεταναστευτικό, ήρθε στη δική μας θέση. Στρατηγική αυτονομία: μιλούσαμε με τον Πρόεδρο Μακρόν και λέγαμε «καλή η σχέση με το ΝΑΤΟ, αλλά ως Ευρώπη θα αποκτήσουμε εμείς τον δικό μας αμυντικό πυλώνα;». Έχουμε το άρθρο 42, παρ. 7. Αυτό είναι ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το έβαλα ευθέως στην ατζέντα και είπα ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για στρατηγική αυτονομία αν δεν πούμε εμείς ως Ευρώπη ότι υπερασπιζόμαστε αυτά τα οποία ήδη υπάρχουν στις Συνθήκες. Η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης. Γιατί προφανώς είμαστε μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι για κάθε περίπτωση. Η Γαλλία, παραδείγματος χάρη, ως η μόνη πυρηνική δύναμη της ΕΕ, συζητά για την επέκταση της πυρηνικής της «ομπρέλας» σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Θα αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα. Αλλά ένα μπορώ να σας πω: εμείς θα είμαστε στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων. Χωρίς να υπονομεύσουμε τη στρατηγική μας σχέση με τις ΗΠΑ, είμαστε πρωταγωνιστές σε αυτή τη συζήτηση, η οποία γίνεται για τη στρατηγική ευρωπαϊκή αυτονομία. Θα έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για θέματα ανταγωνιστικότητας, για θέματα ενέργειας. Πιστεύω ότι θα διαφυλάξουμε τη σχέση μας με τις ΗΠΑ. Αλλά να σας πω κάτι; Είχε δίκιο ο Πρόεδρος Τραμπ όταν έλεγε «εσείς στην Ευρώπη δεν ασχολείστε με την άμυνά σας». Και ουσιαστικά η Ευρώπη είχε εκχωρήσει την άμυνά της στις ΗΠΑ. Εμείς, η «μικρή Ελλάδα», λόγω των δικών μας γεωγραφικών συνθηκών, δεν ανήκαμε σε αυτή την κατηγορία. Είχε δίκιο. Ξύπνησε η Ευρώπη. Και η Ευρώπη μπορεί να είναι βραδυκίνητο καράβι, αλλά όταν υπάρχει αυτή η αίσθηση του κατεπείγοντος νομίζω ότι αυτό θα μας υποχρεώσει να πάρουμε αποφάσεις που πριν από κάποια χρόνια θα ήταν πολύ δύσκολο να τις πάρουμε», συμπλήρωσε.
Τέλος σε ερώτηση αν τον προβληματίζει αν χάνουμε έδαφος ως χώρα όταν τα βασίζουμε όλα στο διεθνές δίκαιο σε έναν κόσμο όπου μετράνε ισχύς και business, απάντησε πως η Ελλάδα δεν τα βασίζει όλα στο Διεθνές Δίκαιο.
«Όπως σας είπα και πριν: ισχύς των αξιών, θα την υπερασπιζόμαστε, αλλά θα αναγνωρίσουμε και την αξία της ισχύος μας. Επενδύουμε στην ισχυρή Ελλάδα αυτή τη στιγμή, σε όλα τα επίπεδα. Για εμάς το Διεθνές Δίκαιο θα είναι πάντα σημείο αναφοράς. Και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η πολυμέρεια δεν έχει πεθάνει. Και μέχρι και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, που φαίνεται αυτή τη στιγμή σε έναν βαθμό απαξιωμένος, έχει σημαντικό ρόλο να παίξει. Αλλά δεν μπορούμε να είμαστε αφελείς. Πρώτα και πάνω από όλα η ασφάλεια της πατρίδος. Το Διεθνές Δίκαιο είναι σημαντικό, θα το υπερασπιζόμαστε, αλλά αυτό το οποίο με ενδιαφέρει -και τελικά νομίζω ότι από αυτό κρίνονται και όλοι οι Πρωθυπουργοί- είναι: θα παραδώσουμε μια Ελλάδα ισχυρότερη, ψηλότερη, πιο δυνατή, πιο εύπορη από αυτή την οποία παραλάβαμε; Γι’ αυτό αγωνίζομαι. Νομίζω ότι είμαστε στη σωστή κατεύθυνση, αλλά έχουμε δρόμο ακόμα», πρόσθεσε.




































































































