ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή το περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας, που κατέληξε στην τραγική μανιώδη επίθεση και θανάτωση της γυναίκας στην Καλαμάτα, έχει επανέλθει η δημόσια συζήτηση στα Μ.Κ.Δ., όπου ακούγονται πολλές φωνές, που διαμαρτύρονται για την πρόβλεψη του νέου οικογενειακού δικαίου περί της κατ’ αρχήν άσκησης της γονικής μέριμνας και της συνεπιμέλειας των τέκνων εξίσου και ισότιμα από τους δύο γονείς.
Σε ορισμένες παρεμβάσεις, η κριτική προς τον θεσμό της συνεπιμέλειας δεν περιορίζεται στο περιεχόμενο της νομοθετικής επιλογής, αλλά επεκτείνεται και σε χαρακτηρισμούς των υποστηρικτών της, οι οποίοι παρουσιάζονται ακόμη και ως μέλη ενός δήθεν «ακροδεξιού λόμπι της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας».
Η βασική ένσταση σ’ αυτό είναι ότι η απομάκρυνση από τη συνεπιμέλεια ως κανόνα και γενική αφετηρία ενδέχεται να επαναφέρει, έστω έμμεσα, ένα στερεότυπο, σύμφωνα με το οποίο η μητέρα θεωρείται εκ προοιμίου ο φυσικός και καταλληλότερος γονέας, ενώ ο πατέρας αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα ή δυνητικά προβληματική φιγούρα.
Αν αυτό συμβεί, τότε η Πολιτεία δεν καταπολεμά τα έμφυλα στερεότυπα, αλλά αντικαθιστά ένα στερεότυπο με ένα άλλο.
Αν θεωρούμε και αποδεχόμαστε ως θεμελιώδη αρχή την ισότητα όλων των πολιτών και, εν προκειμένω, των γονέων απέναντι στον νόμο και το δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί ουσιαστική σχέση και με τους δύο γονείς, τότε δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε αυτή την αρχή, εισάγοντας άλλα στερεότυπα, μάλιστα ως νομικά τεκμήρια.
Αν δεν ξεκινάμε από την αρχή της ισότητας των γονέων, ποια είναι η εναλλακτική παραδοχή πάνω στην οποία θεμελιώνεται ο γενικός κανόνας δικαίου;
Ότι η μητέρα πρέπει να θεωρείται εκ προοιμίου καταλληλότερος γονέας;
Ή ότι ο πατέρας πρέπει να αντιμετωπίζεται προκαταβολικά ως δυνητικά προβληματική φιγούρα μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου;
Η θεμελιώδης αρχή είναι ότι κάθε γονέας κρίνεται ατομικά στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τη συμπεριφορά του και το συμφέρον του κάθε συγκεκριμένου παιδιού. Και αυτό είναι συμβατό με την αρχή της ισότητας και με τη λογική του κράτους δικαίου.
Αν ο στόχος είναι η καταπολέμηση της βίας και των έμφυλων διακρίσεων, τότε δεν μπορεί το δίκαιο να χρησιμοποιεί και μάλιστα να θεσπίζει ως τεκμήρια, άλλα έμφυλα στερεότυπα και διακρίσεις, για να επιλύσει το πρόβλημα.
Αυτό θα συνιστούσε λογική αντίφαση και τραγική ειρωνεία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το δίκαιο πρέπει να αγνοεί τα στατιστικά ή τα κοινωνικά φαινόμενα. Σημαίνει όμως ότι τα στατιστικά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εξατομικευμένη δικαστική κρίση.
Υπάρχουν πράγματι κακοποιητικοί πατέρες. Υπάρχουν όμως πράγματι και κακοποιητικές μητέρες. Υπάρχουν γονείς που χρησιμοποιούν τα παιδιά ως μέσο ελέγχου. Υπάρχουν γονείς που εργαλειοποιούν τη συνεπιμέλεια. Υπάρχουν γονείς που εργαλειοποιούν ακόμη και τις καταγγελίες κακοποίησης.
Όμως η ύπαρξη αυτών των περιπτώσεων δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη μιας γενικής αρχής ισότητας.
Το δίκαιο οφείλει να θεσπίζει τον γενικό κανόνα με βάση την αρχή της ισότητας και να αντιμετωπίζει τις παρεκκλίσεις μέσω της εξατομικευμένης δικαστικής κρίσης.
Η απάντηση στην έμφυλη βία δεν μπορεί να είναι η δημιουργία νέων νομικών τεκμηρίων που στηρίζονται επίσης στο φύλο. Αν ο στόχος είναι η ισότητα, τότε το δίκαιο πρέπει να ξεκινά από την ισότητα και να αποκλίνει από αυτήν μόνο όταν αποδεικνύονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Αυτό είναι επιχείρημα που δεν στηρίζεται στην άρνηση της βίας ούτε στην υποτίμηση των θυμάτων.
Στηρίζεται στην ιδέα ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την απόκλιση από τις γενικές αρχές και την αφαίρεση των δικαιωμάτων, πρέπει να αποδεικνύεται και να κρίνεται συγκεκριμένα, ενώ τα δικαιώματα και οι γενικοί κανόνες του δικαίου σε ένα Κράτος δικαίου πρέπει να παραμένουν εγγυημένοι και φυσικά ουδέτεροι ως προς το φύλο.
























































































