ΔΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΛΑ ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ TRIBUNE ΣΤΟ GOOGLE NEWS
FAUST
Mais ce Dieu, que peut-il pour moi?
Me rendra-t-il l’amour, la jeunesse et la foi?
Avec rage.
Maudites soyez-vous, ô voluptés humaines!
Maudites soient les chaînes
Oui me font ramper ici-bas!
Charles François Gounod: Faust (Margarethe) Grand Opéra en cinq actes, ACTE PREMIER, N° 3 – Récitatif
Κανείς από όσους ασχολούνται με τις σύγχρονες γεωπολιτικές εξελίξεις δεν μπορεί να πει ότι, στις συγκεκριμένες συγκυρίες ο ρόλος της θρησκείας στη διεθνή πολιτική σκηνή είναι αμελητέος.
Αρκεί να δει κανείς τον ρόλο του θρησκευτικού παράγοντα στη διένεξη Ρωσίας-Ουκρανίας ή να σκεφτεί πώς οι χριστιανοί εθνικιστές προσπαθούν να αναδιαμορφώσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες επηρεάζοντας την κυβέρνηση Τραμπ για να καταλάβει ότι η θρησκεία έχει προ πολλού καταλάβει ή, μάλλον, της έχει ανατεθεί μια σημαντική θέση στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι.
Το 2022 σε μία από τις συναντήσεις της ομάδας Pastors for Trump, ένας δημοφιλής δεξιός ιεροκήρυκας υποστήριξε ότι οι άνθρωποι του κινήματός του θέλουν να εγκαθιδρύσουν μια θεοκρατία, επειδή πιστεύουν ότι ο ίδιος ο Θεός πρέπει να «αναλάβει την κυβέρνηση».
Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά με εντελώς διαφορετικούς προσανατολισμούς, εντάσσονται και οι περιπτώσεις του προέδρους της Ουκρανίας Ζελένσκι ή του πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου, οι οποίοι εργαλειοποίησαν τη θρησκεία, εμπλουτίζοντας τη μεγάλη βιβλιογραφία σχετικά με τον ρόλο της θρησκείας στις διεθνείς σχέσεις.
Για παράδειγμα ο Samuel P. Huntington ήταν ένας από τους πρώτους, ο οποίος το 1993 στο δοκίμιό του The Clash of Civilization προσδιόρισε το ρόλο που διαδραματίζει η θρησκεία ως ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό των συγκρουόμενων πολιτισμών (Βλ. επίσης Simon Polinder, Towards A New Christian Political Realism: The Amsterdam School of Philosophy and the Role of Religion in International Relations (Routledge Studies in Religion and Politics, 2025)).
Και αν η χρήση της θρησκείας στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία είναι, λίγο ως πολύ, κατανοητή, εφόσον εκφράζει μια πολυετή υποβόσκουσα αντιπαράθεση, η περίπτωση του πρωθυπουργού της Αρμενίας Νικόλ Πασινιάν αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση.
Τα τελευταία δύο χρόνια ο Πασινιάν έχει στρέψει όλο τον κρατικό μηχανισμό εναντίον της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, έναν θεσμό που έχει διαφυλάξει την αρμενική ταυτότητα για περισσότερους από δεκαεπτά αιώνες.
Προβάλλοντας το σύνθημα της «μεταρρύθμισης» και της «απο-ολιγαρχικοποίησης», η κυβέρνηση έχει συλλάβει επισκόπους και κληρικούς, έχει καταπατήσει τα εδάφη της Μητροπόλεως του Ετσμιατζίν και έχει ξεκινήσει μια συνεχή και επίμονη εκστρατεία για να παρουσιάσει την Εκκλησία ως διεφθαρμένο, ξεπερασμένο και πολιτικά ανατρεπτικό θεσμό.
Αυτό που εκτυλίσσεται δεν είναι μια απλή διαφωνία μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους, αλλά μια συστηματική προσπάθεια να μετατραπεί η Εκκλησία σε παρακλάδι του κράτους.
Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι ο Πασινιάν προσπαθεί να «αντιγράψει» τους σύγχρονους απογόνους του Πέτρου Α΄ (του γνωστού και ως «Μεγάλου»), μετατρέποντας την Εκκλησία σε πειθήνιο όργανο του κρατικού μηχανισμού.
Από την ίδρυσή της τον δ΄ μ.Χ. αιώνα η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία ήταν ο μόνος θεσμός που διατήρησε την αρμενική εκπαίδευση, τη γλώσσα και τη συλλογική ταυτότητα.
Ήταν μέσω της Εκκλησίας και όχι των πολιτικών που η Αρμενία επέζησε. Σήμερα όμως ο ίδιος θεσμός παρουσιάζεται ως εμπόδιο στη «σύγχρονη διακυβέρνηση».
Από το 2023 αρκετοί ανώτεροι κληρικοί, μεταξύ των οποίων και ο αρχιεπίσκοπος Μπαγκράτ Γκαλστανιάν, ένας ευρέως σεβαστός επίσκοπος που ηγήθηκε του δημοφιλούς κινήματος «Tavush for the Homeland» (Βλ. εδώ), έχουν στοχοποιηθεί από την κυβέρνηση για τον ρόλο τους στις ειρηνικές διαμαρτυρίες.
Πολλοί αρχιεπίσκοποι βρίσκονται σήμερα υπό κράτηση ή αντιμετωπίζουν κατηγορίες, τις οποίες οι παρατηρητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιγράφουν ως πολιτικά υποκινούμενες.
Η κυβέρνηση Πασινιάν, μέσω των πιστών της Μέσων Ενημέρωσης, κατηγορεί Εκκλησία ότι επιχειρεί μια «πολιτική παρέμβαση», ενώ ταυτόχρονα εισάγει αποσχισμένους ιερείς σε δημόσιες τελετές, μια κίνηση που καταδικάστηκε από την Εκκλησία ως κανονικό έγκλημα.
Σε μια εντυπωσιακή πράξη ανυπακοής τον περασμένο μήνα ο πρωθυπουργός παρευρέθηκε σε μια Λειτουργία που τελέσθηκε από έναν τέτοιο αποσχισμένο ιερέα, προσφέροντας συμβολικά σε μια σχισματική προσωπικότητα την κρατική εύνοια.
Τα κρατικά Μέσα Ενημέρωσης παρουσιάζουν συχνά τους κληρικούς ως κερδοσκόπους που ζουν από τα περιουσιακά στοιχεία της Εκκλησίας, ενώ οι φιλοκυβερνητικοί σχολιαστές από την κρατική τηλεόραση κατηγορούν το Ετσμιατζίν ότι λειτουργεί ως «κέντρο ξένης επιρροής», επαναλαμβάνοντας τη ρητορική της σοβιετικής εποχής που κάποτε χρησιμοποιούνταν εναντίον της ίδιας Εκκλησίας.
Το CivilNet και άλλα ανεξάρτητα αρμενικά Μέσα Ενημέρωσης έχουν αποδείξει πώς η διοικητική πίεση, οι φορολογικές έρευνες και ο εκφοβισμός από την Αστυνομία έχουν γίνει συνηθισμένα εργαλεία που στοχεύουν εκείνους τους εκκλησιαστικούς παράγοντες, οι οποίοι εκφράζουν ανοιχτά την άποψή τους που ως επί το πλείστον δεν συμπίπτει με τη γραμμή της κυβερνήσεως.
Ταυτόχρονα η κυβέρνηση έχει επιδιώξει να δημιουργήσει τη δική της «εναλλακτική» εκκλησιαστική φωνή, με αποσχισμένους ιερείς και κατώτερους κληρικούς που επαινούν δημοσίως την κυβέρνηση και καταγγέλλουν τον Προκαθήμενο της Αρμενικής Εκκλησίας.
Αυτή η ελεγχόμενη αντιπολίτευση έχει ως στόχο να διασπάσει την εσωτερική ενότητα της Εκκλησίας, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση του πλουραλισμού, ενώ παράλληλα εδραιώνει την εξουσία της στον πνευματικό τομέα, τακτικές που παρατηρούνται στη «διαχειριζόμενη ορθοδοξία» της Ρωσίας ή στην κρατική διοίκηση θρησκευτικών υποθέσεων της Τουρκίας: συστήματα όπου οι θρησκευτικές οργανώσεις υπάρχουν μεν, αλλά μόνο υπό πολιτική εποπτεία.
Παραδόξως, παρά την εκστρατεία δυσφήμισης της κυβέρνησης, η Εκκλησία παραμένει ένας από τους πιο αξιόπιστους θεσμούς στην Αρμενία.
Σύμφωνα με μια έρευνα του Ιδρύματος Arar το 2025, περισσότερο από το 70% των ερωτηθέντων και ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των νέων, εμπιστεύονται την Εκκλησία, ποσοστό περίπου ίσο με την εμπιστοσύνη που δείχνουν στις ένοπλες δυνάμεις.
Αντίθετα, το ποσοστό εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Πασινιάν έχει πέσει κάτω από το 25%.
Αυτή η διαφορά στην ηθική νομιμότητα είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Ετσμιατζίν έχει μετατραπεί για τους κυβερνώντες σε απειλή: σε μια κοινωνία που έχει στερηθεί την πολιτική πίστη, η Εκκλησία είναι ο τελευταίος εναπομείναντας τόπος ηθικής εξουσίας.
Όμως η βαθύτερη αιτία των διώξεων εναντίον της Εκκλησίας πρέπει να αναζητηθεί στο ότι αυτές συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με την επιδείνωση της γεωπολιτικής θέσης της Αρμενίας.
Μετά τον πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και την εθνοκάθαρση των Αρμενίων του Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ) το 2023, το Ερεβάν αντιμετωπίζει μια άνευ προηγουμένου κοινωνική απόρριψη.
Αντί λοιπόν να ενώσει τη χώρα σε μια πορεία ανακάμψεως, η κυβέρνηση επέλεξε την αντιπαράθεση με τον στρατό, την Εκκλησία και τις οργανώσεις πολιτών, διαλύοντας τα εναλλακτικά κέντρα επιρροής.
Διεθνείς παρατηρητές, μεταξύ των οποίων η Christian Post, η Catholic News Agency και η U.S. Commission on International Religious Freedom (USCIRF), έχουν αρχίσει να επισημαίνουν τις αυξανόμενες περιορισμούς στην ελευθερία συνειδήσεως στην Αρμενία.
Ωστόσο, οι δυτικές κυβερνήσεις, πρόθυμες να διατηρήσουν την Αρμενία ευθυγραμμισμένη με τα διπλωματικά συμφέροντα της Δύσεως, έχουν παραμείνει σε μεγάλο βαθμό σιωπηλές. Όπως δήλωσε εμπιστευτικά ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης στο Politico, «δεν υπάρχει μεγάλη διάθεση να κριτικάρουν τον Πασινιάν, τη στιγμή που η επιρροή της Δύσεως στην περιοχή μειώνεται» (Βλ. εδώ).
Η κρίση της Αρμενίας αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση, την οποία παρατηρούμε σε όλες τις μετασοβιετικές χώρες, ήτοι την χειραγώγηση των θρησκευτικών ιδρυμάτων για την εξυπηρέτηση εθνικιστικών ή πολιτικών στόχων.
Στην Ουκρανία και τη Ρωσία οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν εμπλακεί στη διεξαγωγή ιδεολογικών πολέμων.
Στη Γεωργία η κυβέρνηση έχει επιδιώξει να περιορίσει τη συμμετοχή της εκκλησίας στην εκπαίδευση.
Ωστόσο η περίπτωση της Αρμενίας είναι μοναδικά τραγική, διότι η Αποστολική Εκκλησία δεν είναι απλά ένας θρησκευτικός οργανισμός, αλλά αποτελεί τον ιστορικό φορέα της αρμενικής εθνικής συνειδήσεως.
Όταν μια Εκκλησία 1.700 ετών γίνεται αντικείμενο αστυνομικών εφόδων και διασύρεται δημόσια, η ζημιά εκτείνεται πέρα από την πίστη.
Διαβρώνει τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας των πολιτών που επέτρεψαν σε ένα μικρό έθνος να αντέξει τη γενοκτονία και τις έξωθεν επεμβάσεις.
Στην ουσία η εθνικοποίηση της Εκκλησίας σημαίνει την αποκοπή της Αρμενίας από την πνευματική συνέχεια που προσδιορίζει τον πολιτισμό της.
Από την πλευρά της η Εκκλησία αντιδρά με αυτοσυγκράτηση, καλώντας τους πιστούς σε προσευχή, σε διάλογο και σε εθνική ενότητα.
Εντούτοις όσο αυξάνεται ο αριθμός των φυλακισμένων κληρικών, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος μόνιμης ρήξης μεταξύ της κυβερνήσεως και του λαού που αυτή ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί.
Από τη δική τους πλευρά οι κοινότητες της διασποράς στις ΗΠΑ, τη Γαλλία και αλλού όχι μόνο υψώνουν τη δική τους φωνή εναντίον των κρατικών διώξεων κατά της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα παρέχουν και νομική υποστήριξη στους κρατούμενους κληρικούς.
Αν το Ερεβάν συνεχίσει αυτή την πολιτική, κινδυνεύει να απομονωθεί όχι μόνο πολιτικά αλλά και πνευματικά από εκείνες τις δυνάμεις που στηρίζουν την Αρμενία στο εξωτερικό.
Καμία «αναπροσαρμογή της εικόνας της χώρας προς τα δυτικά» δεν μπορεί να αντισταθμίσει το κόστος που θα έχει η δίωξη ιερέων στην παλαιότερη χριστιανική χώρα του κόσμου.
Μπορεί μεν η πολιτική ελίτ της Αρμενίας να ελέγχει το κράτος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ελέγχει ακόμα την ψυχή του έθνους.
Αυτή η ψυχή εξακολουθεί να χτυπά στα μοναστήρια του Ετσμιατζίν, στις προσευχές των χωριών που ξαναχτίστηκαν μετά τον πόλεμο και στη συνείδηση των πιστών που κατανοούν ότι η Εκκλησία, με τις όποιες ατέλειές της, παραμένει φύλακας της ταυτότητάς τους.
Τίθεται λοιπόν ενώπιον της κυβερνήσεως Πασινιάν το εξής αμείληκτο ερώτημα: θα μετατρέψει η κυβέρνησή του την πίστη της χώρας σε μέσο εξουσίας ή θα την αποκαταστήσει στην ηθική της νομιμότητα;
























































































